Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Ο Μπρέιβικ, ο Άιχμαν και οι δραματικές φάρσες της ιστορίας

Παρακολουθώντας τις αποκαλύψεις σχετικά με το φρικιαστικό έγκλημα στην Νορβηγία οι αντιστοιχίες με προφίλ άλλων διαβόητων «κακών» είναι δύσκολο να αποφευχθούν.

Ο ψυχρά επαγγελματικός τρόπος με τον οποίο εκτέλεσε ο Νορβηγός Μπρέιβικ το διπλό έγκλημα, μας φέρνει στο μυαλό την απολογία του Άντολφ Άιχμαν – διαβόητου στέλεχος των SS, επιφορτισμένου με τη μεταφορά των Εβραίων στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης- όπως την κατέγραψε η Χάννα Άρεντ στο βιβλίο της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ».


Ο Άιχμαν κατά την απολογία του δικαστήριο δεν είχε την όψη του διαβόλου (devil) όπως περίμεναν όλοι να αντικρίσουν, αλλά, όπως γλαφυρά γράφει η Άρεντ: «Όλοι μπορούσαν να δουν ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν τέρας αλλά κλόουν»*. Εξ ου και ο υπότιτλος του βιβλίου: «Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού» (A report of the banality of Evil).

Ο Άιχμαν δεν είχε τίποτα προσωπικό κατά των Εβραίων, αντιθέτως, όπως γράφει η Άρεντ «είχε πολλούς προσωπικούς λόγους για να μην είναι κατά των Εβραίων» υπονοώντας την Εβραία συγγενή της μητέρας του με την οποία είχε καλές σχέσεις. Έτσι και ο Μπρέιβικ δεν είχε τίποτα προσωπικό κατά των μουσουλμάνων ή των παιδιών και των στελεχών του εργατικού κόμματος που δολοφόνησε. Αντιθέτως, ο για πολλά χρόνια καλύτερος του φίλος ήταν μετανάστης μουσουλμάνος και οι γονείς του άνηκαν στο εργατικό κόμμα.

Ο Μπρέιβικ, σύμφωνα με μαρτυρίες των φίλων του, ήταν έξυπνος και πρόσχαρος και τους έκανε να γελάνε. Αντιστοίχως, ο Άιχμαν ήταν «ένας ιδανικός πατέρας και σύζυγος, ένας άνθρωπος με θετικές απόψεις».

Ο Άιχμαν στην απολογία του τονίζει με ιδιαίτερο ζήλο την καλή κοινωνία (good society) με την οποία βρέθηκε να συνομιλεί ισότιμα όταν ανέλαβε την αποστολή για τη μεταφορά των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και, σύμφωνα με την Άρεντ, ήταν η κρίσιμη στιγμή κατά την οποία η συνείδησή του αποσύρθηκε ή μάλλον «άρχισε να μιλά με τη φωνή της ευυπόληπτης κοινωνίας». Και ο Μπρέιβικ στο μανιφέστο του τονίζει ότι πήρε το βάπτισμα στο βίαιο εξτρεμισμό κατά τη συνάντηση των Ναϊτών του Λονδίνο το 2002 στην οποία ήταν το νεαρότερο μέλος ενώ τα υπόλοιπα μέλη «δεν ήταν οι τυπικοί, μη προνομιούχοι ρατσιστές σκίνχεντ, αλλά επιτυχημένοι επιχειρηματίες, πολιτικοί ηγέτες, οικογενειάρχες, Χριστιανοί συντηρητικοί άλλα και αγνωστικιστές ακόμα και άθεοι»… η καλή κοινωνία, επίσης.

Όπως ο Άιχμαν παραδέχθηκε τα εγκλήματά του δηλώνοντας, όμως, ότι δεν ήταν ένοχος ενώπιον του νόμου καθώς ότι διέπραξε το διέπραξε στο νομικό πλαίσιο του ναζιστικού κράτους, και ότι ο ίδιος «ήταν απλώς νομοταγής πολίτης που εκτελούσε εντολές του Χίτλερ και των ανωτέρων του». Έτσι κι ο Μπρέιβικ παραδέχεται τις πράξεις του αλλά δηλώνει αθώος καθώς ότι διέπραξε το διέπραξε για να σώσει «την Ευρώπη από την επικράτηση των μουσουλμάνων», όπως φέρεται να έχει πει στο δικαστήριο. Η σωτηριολογική αίσθηση καθήκοντος και το έγκλημα υπακοής (crime of obedience) είναι ευκρινή και στις δύο περιπτώσεις. Εξάλλου και ο Γκέμπελς, στον οποίο καταφεύγει ο Άιχμαν στην απολογία του, δήλωνε ότι ο πόλεμος ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου των Γερμανών που είτε θα εξολόθρευαν τους εχθρούς τους (τους Εβραίους) είτε θα εξολοθρεύονταν (από τους Εβραίους). Κάπως έτσι και ο Άντρες. Για το καλό όχι μόνο της Νορβηγίας αλλά και όλης της Ευρώπης διέπραξε τα εγκλήματά του, που δεν ήταν παρά το αναγκαίο τίμημα για τη σωτηρία μας.

Η Άρεντ τέλος αναρωτιέται αν η περίπτωση του Άιχμαν είναι «ένα ζήτημα αυτό-εξαπάτησης σε συνδυασμό με εξωφρενική ηλιθιότητα ή απλώς μια περίπτωση ενός δια παντός αμετανόητου εγκληματία που δεν δύναται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα καθώς ο ίδιος έχει γίνει μέρος του εγκλήματος του;» Για να καταλήξει ότι καμία ποινή δεν θα μπορούσε να είναι αρκετή για τον Άιχμαν μια και οι πράξεις του δεν εμφορούνταν από μίσος, αντισημιτισμό ή κάποιο παγκόσμιο κακό, αλλά «απλώς δεν είχε συνείδηση» (thoughtlessness).

Βέβαια δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι ακόμα και το άρθρο αυτό φαίνεται να μου υπαγορεύει ο ίδιος ο Μπρέιβικ: «Θα με χαρακτηρίσουν ως το μεγαλύτερο ναζιστικό τέρας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», γράφει στο μανιφέστο του. Αυτή ακριβώς ήταν και η περίφημη ρήση του Γκέμπελς: «Θα μείνουμε στην ιστορία ως οι σπουδαιότεροι άντρες ή οι μεγαλύτεροι εγκληματίες»…

***

Ο Άιχμαν κρεμάστηκε. Ο Μπρέιβικ μάλλον θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του σε μια φυλακή ωσάν μάρτυρας, πεπεισμένος για την ανωτερότητα και αναγκαιότητα της πράξης του. Υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους δύο εγκληματίες. Ο Άιχμαν συνελήφθη και δικάστηκε αφού είχαν εκτελεστεί 17 εκ Εβραίοι, Ρομά και άλλες μειονοτικές ομάδες. Ενώ ο Μπρέιβικ και οι ομοϊδεάτες του είναι μόλις στην αρχή, με 80 νεκρούς απολογισμός, μιας πράξης ενός έργου που έχει ξαναπαιχθεί στο παρελθόν. Έχει δε ενδιαφέρον ότι και οι Εβραίοι θεωρούνταν παράνομοι μετανάστες (illegal migrants).

Και αν για τον Άιχμαν η δίκη αφορούσε την ικανοποίηση των επιζώντων, για τον Μπρέιβικ δεν αυτό μόνο το ζήτημα. Η διαχείριση του μύθου του έχει πολύ μεγάλη σημασία για το μέλλον της Ευρώπης. Όπως άλλωστε τονίζει ο σπουδαίος αναλυτής του φασισμού Πάχτον στο άρθρο του «Πέντε στάδια Φασισμού»: «Ο αυθεντικός φασισμός στη Δυτική Ευρώπη θα είναι κοσμικός και κατά των μουσουλμάνων».

Η ιστορία, ναι, επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά πάντα με τις ίδιες ολέθριες συνέπειες για την ανθρωπότητα.

Ας κάνουμε επιτέλους κάτι πριν να είναι πολύ αργά, αν δεν είναι ήδη.

***

* Τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά σχετικά με το Άιχμαν προέρχονται από το βιβλίο της Χάννα Άρεντ «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ».


Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Η Ελλάδα και η Κίτι

H Ελλάδα ήταν μια χώρα γενικά χαμηλής εγκληματικότητας και γι’ αυτό άλλωστε η ανοχή στη μικρο-παραβατικότητα και η αποστροφή προς την αστυνόμευση εξακολουθούν και είναι εθνικά χαρακτηριστικά μας. Κάμερες παρακολούθησης, προληπτικοί έλεγχοι, συστήματα φύλαξης… ήταν, και ορθώς, απαγορευμένες πρακτικές.


Όμως, τελευταία, η κατάσταση έχει αλλάξει. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η Ελλάδα πλέον δεν είναι η ασφαλής χώρα που ξέραμε. Η εγκληματικότητα, και μάλιστα σε επίπεδο στυγερών ανθρωποκτονιών, έχει αγγίξει ασυνήθιστα για τη χώρα μας υψηλά επίπεδα. Οδηγοί ταξί που μαχαιρώνουν παιδιά, αλλά και οδηγοί ταξί που ξυλοκοπούνται μέχρι θανάτου, οικογενειάρχες που σφάζονται, ψιλικατζήδες, περιπτεράδες, πράκτορες Προπό που πυροβολούνται με καλάσνικοφ, μολότοφ που εκτοξεύονται σε λαϊκές αγορές, ρατσιστικά εγκλήματα, εγκλήματα μίσους, αλλά και τρομοκρατικά χτυπήματα… και άλλα πολλά.

Οι λόγοι αύξησης της εγκληματικότητας ποικίλουν: αναποτελεσματική, ανεπαρκής, άδικη, διαφθαρμένη αστυνομία/δικαιοσύνη, οικονομική κρίση, κρίση αξιών, κοινωνική κρίση, διάρρηξη κοινωνικού ιστού, ανομία, μετανάστες… όλα αυτά μαζί και τίποτα από όλα αυτά. Ενώ δεν είναι καθόλου κατανοητό πώς περάσαμε από τη χαμηλή στην υψηλή εγκληματικότητα εν μία νυχτί, δίχως δηλαδή τη συνήθη σταδιακή κλιμάκωση.

Φυσικά η δημόσια ρητορική περιορίζεται στο ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες… Όμως οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αφενός η εξήγηση δεν είναι ούτε τόσο απλή ούτε τόσο μονοσήμαντη και αφετέρου ότι η ενοχοποίηση μιας πληθυσμιακής ομάδας δεν συνιστά αντιμετώπιση του προβλήματος. Η ρητορική αυτή έχει μεν ως αποτέλεσμα να φέρει ίσως κάποιες ψήφους παραπάνω σε συγκεκριμένα πολιτικά σχήματα… όμως δεν σώζει τις ζωές μας.

Από τους παραπάνω λόγους υπάρχει ωστόσο ένας που έχει σημασία να εξετάσουμε: η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Πρόκειται, βέβαια, για έναν όρο που «πάει με όλα». Κάθε τι που συμβαίνει αποδίδεται σε αυτή την περίφημη διάρρηξη. Στην πράξη, όμως, τι σημαίνει; Θα αποδίδαμε τον όρο ως απώλεια του άτυπου έλεγχου – της γειτονιάς, αυτού του ενός βλέμματος τριγύρω.

Στην εγκληματολογία υπάρχει ένα περιστατικό του 1964 που ταρακούνησε την κοινή γνώμη όσο τίποτα άλλο και εξακολουθεί και μελετάται στα αμφιθέατρα. Πρόκειται για την περίφημη υπόθεση της Κίτι Τζινοβίζ (Kitty Genovese case). Η Κίτι, ένα κορίτσι 28 χρονών, επιστρέφοντας από τη δουλειά της το βράδυ της 13ης Μαρτίου του 1964 μαχαιρώθηκε θανάσιμα έξω από το σπίτι της, σε μια γειτονιά στο Queens της Νέας Υόρκης, από έναν κατά συρροή δολοφόνο. Η υπόθεση δεν θα είχε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον εάν ο αρχισυντάκτης των «ΝΥ Times» δεν είχε ανακαλύψει και αποκαλύψει ότι το κορίτσι δεχόταν μαχαιριές επί μισή ώρα, ότι ο δολοφόνος έφυγε και επέστρεψε δύο φορές για να ολοκληρώσει τη δουλειά του (αφού τη μαχαίρωσε αρκετές φορές, τη βίασε και έπειτα συνέχισε να τη μαχαιρώνει) και ότι την ώρα που διαδραματίζονταν όλα αυτά από τις γύρω πολυκατοικίες παρακολουθούσαν 38 μάρτυρες, ουδείς εκ των οποίων πήρε την πρωτοβουλία να καλέσει την αστυνομία. Η υπόθεση, άλλωστε, είναι γνωστή ως «τριάντα οκτώ μάρτυρες». Όχι, δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Κάθε άλλο. Ήταν ευυπόληπτοι οικογενειάρχες. Απλώς, δεν εκτίμησε ο καθένας τους προσωπικά ότι έπρεπε να παρέμβει ο ίδιος. Όλοι θεώρησαν ότι κάποιος άλλος θα παρενέβαινε. Η Κίτι λοιπόν ήταν το θύμα του δόγματος «It’s none of your business», που θεριεύει στα χρόνια του ατομικισμού και της ευφορίας.


Στην Ελλάδα, δεν ήμασταν έτσι. Στην Ελλάδα ο ένας ενδιαφέρονταν για τον άλλο. Στην Ελλάδα η έννοια του άτυπου ελέγχου ήταν έντονη, σε σημείο μάλιστα ενοχλητικό… (το περίφημο κουτσομπολιό). Όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Πλέον και στην Ελλάδα ο καθένας απλώς κοιτάζει την πάρτη του και το δόγμα του «μη φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν» κερδίζει έδαφος.

Και για να αναφερθώ στο τελευταίο περιστατικό, αυτό της δολοφονίας στη Ζάκυνθο, δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι σε μια νησιώτικη κοινωνία ουδείς γνώριζε πως κυκλοφορούσε ένας οδηγός ταξί που οπλοφορούσε και ήταν επικίνδυνα επιθετικός. Φυσικά και το γνώριζαν. Αλλά κανείς δεν ένιωσε ότι είχε την ατομική ευθύνη να παρέμβει. Ίσως επίσης να μην είχαν καμία εμπιστοσύνη στην αστυνομία. Ή μπορεί και να φοβήθηκαν.

Για όλους αυτούς τους λόγους ένα αγόρι έχασε τη ζωή του, η χώρα μας δυσφημίστηκε με το χειρότερο τρόπο και πάλι, και μια ολόκληρη κοινωνία ενοχοποιήθηκε. Και προφανώς αυτό το περιστατικό δεν είναι ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο.

Εχει έρθει η ώρα, ως κοινωνία, να πάρουμε μια μεγάλη απόφαση και να επανεξετάσουμε δύο παραμέτρους: της αστυνομίας και της κοινωνίας.

Κατά πρώτον, σαφώς χρειάζεται καλύτερη και αποτελεσματικότερη αστυνομία αλλά και πλήρης αναθεώρηση του σχεδιασμού αστυνόμευσης. Το μοντέλο στο οποίο βασίζεται η ελληνική αστυνομία είναι: χαλαρή έως ανύπαρκτη αστυνόμευση σε επίπεδο γειτονιάς και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις καταστολής τύπου ΜΑΤ σε περιοχές που αναγνωρίζονται ως ιδιαίτερα επικίνδυνες, ως πιθανοί στόχοι ή σε διαδηλώσεις. Το μοντέλο αυτό δεν είναι μόνο αποτυχημένο, αλλά και επικίνδυνο. Ανεκπαίδευτα σώματα, βαριά οπλισμένα και επιθετικά προς τον πολίτη, που τελούν υπό το καθεστώς της επιθετικής αυτοπροστασίας και αναλώνονται σε μια ιδιότυπη βεντέτα με τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Η δε πόλη της Αθήνας εμφανίζει την εικόνα μιας πόλης υπό στρατιωτική κατοχή. Πράγμα που ενισχύει το «φόβο του εγκλήματος», την ψυχολογική αυτή κατάσταση που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του απομονωτισμού και κατά συνέπεια το πραγματικό έγκλημα: όσο περισσότερο οι πολίτες φοβούνται, τόσο κλείνονται στα σπίτια τους και αποφεύγουν το δρόμο και άρα η πόλη αφήνεται στο έλεος της παραβατικότητας, η οποία σιγά-σιγά ανοίγει χώρο στο στυγνό έγκλημα.

Όσο δε για τον περίφημο αστυνομικό της γειτονιάς που έκανε την επανεμφάνισή του τελευταία, προκαλεί μόνο ειρωνικά γέλια. Ο αστυνομικός της γειτονιάς είναι πράγματι ένα αποτελεσματικό σώμα, αλλά για να δουλέψει ικανοποιητικά αποτελεί προϋπόθεση να έχει εκπαιδευτεί σωστά, και όχι τρεις εβδομάδες ή και καθόλου, να του έχει διατεθεί το απαραίτητο χρονικό περιθώριο ώστε να γνωρίσει τη γειτονιά, να κερδίσει την εμπιστοσύνη των δημοτών που θα κληθεί να προστατεύσει και, τέλος, να υπάρχει γειτονιά! Τίποτα από όλα αυτά δεν συμβαίνει στο ελληνικό μοντέλο του αστυνομικού της γειτονιάς.

Κατά δεύτερον, χρειάζεται η συνδρομή των πολιτών. Είναι γνωστό πως η αστυνομία δεν επαρκεί για μια ασφαλή κοινωνία. Μια μιλιταριστική κοινωνία δεν είναι μια ασφαλής κοινωνία. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η εγρήγορση των πολιτών. Όχι η αυτοδικία. Όχι συμμορίες τύπου Guardian Angels της Νέας Υόρκης. Αλλά αυτό το πολύ απλό «έχω μια έγνοια», «ρίχνω ένα βλέμμα»...

Φυσικά, για να έχει αποτέλεσμα αυτό το «ένα βλέμμα» θα πρέπει ο πολίτης να εμπιστεύεται την αστυνομία. Θα πρέπει να μπει λοιπόν ένα τέλος στη διαφθορά και την αυθαιρεσία της αστυνομίας και ταυτοχρόνως να γίνουν σημαντικές προσπάθειες να αποκατασταθεί η σχέση μεταξύ πολίτη και αστυνομίας, αφού πρώτα γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές στο τρόπο εκπαίδευσης αλλά και στο μοντέλο αστυνόμευσης.

Διαφορετικά η εξέλιξη είναι μονόδρομος. Η ασφάλεια θα γίνει προνόμιο μόνο των πλουσίων, που θα μπορούν να την αγοράζουν μέσω ιδιωτικών εταιρειών φύλαξης, και οι γειτονιές των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων θα μεταμορφωθούν σε χομπσιανά γκέτο που θα επικρατεί ο νόμος του δυνατού.

Υπάρχει και μια τρίτη παράμετρος, αυτή της γειτονιάς και της πρόληψης σε επίπεδο χωροταξικό… Η ανάγκη να ξαναζωντανέψουν οι γειτονιές μας και να βάλουμε κάποιους κανόνες που θα τους τηρούμε… αλλά αυτό στο επόμενο άρθρο.

* Athens voice: Η Ελλάδα και η Κίτι