Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Θερμοκρασία: Φαρενάιτ 451, για την Ελλάδα

Φαρενάιτ 451 είναι η θερμοκρασία στην οποία φλέγεται το χαρτί.

«Φαρενάιτ 451» είναι και ο τίτλος του βιβλίου του Αμερικανού συγγραφέα Ρέι Μπράντμπερι που εκδόθηκε το 1953, ενός μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας που περιγράφει μια δυστοπία, μια μελλοντική κοινωνία, όπου ομάδες «πυρονόμων» (firemen) μπαίνουν με κυβερνητική εντολή σε σπίτια και καίνε βιβλία για να διαφυλάξουν και να επαυξήσουν έτσι τη «δημόσια ευτυχία». Ενίοτε, καίνε και τα σπίτια που κρύβουν βιβλία.

Το «Φαρενάιτ 451» περιγράφει μια «ιδανική» κοινωνία του μέλλοντος στην οποία η ατομικότητα δεν είναι αποδεκτή και η διανόηση θεωρείται παράνομη. Μια «τέλεια» κοινωνία που το «ελεύθερο πνεύμα» θεωρείται πηγή κακών και τα βιβλία προκαλούν «κοινωνική δυστυχία» καθώς οδηγούν τους ανθρώπους στο να «αναρωτιούνται», να «αμφισβητούν» και να «σκέφτονται». Κάτι που θέτει σε κίνδυνο την ομοιομορφία της κοινωνίας και, ασφαλώς, την ισχύουσα τάξη πραγμάτων. Στο όνομα λοιπόν της «δημόσιας ευτυχίας» το καθεστώς δημιουργεί το επίλεκτο αυτό Σώμα των έμμισθων πυρονόμων για να καίνε βιβλία που πολίτες, παραβαίνοντας το νόμο, έχουν κρύψει στο σπίτι του.  

Το «Φαρενάιτ 451», μια ιστορία για τη λογοκρισία, είναι διαρκώς στο μυαλό μου τους τελευταίους αυτούς μήνες που κορυφώνεται, με επιτυχία δυστυχώς, η επίθεση της κυβέρνησης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Πρώτα έκλεισαν το Mega, τώρα προσπαθούν να κλείσουν τα ΝΕΑ και το ΒΗΜΑ, και η δουλειά τους συνεχίζεται στο όνομα της αντιμετώπισης της διαπλοκής, όπου «διαπλοκή» βαφτίζεται ό,τι αμφισβητεί την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Και εμείς σωπαίνουμε. Όλοι σωπαίνουν, γιατί πάντα μπορεί να βρει κάποιος μια αφορμή για να πει «και τι με νοιάζει εμένα, ας πρόσεχαν» ή να επικαλεστεί λάθη (τρομακτικά δεν αντιλέγω), αστοχίες, και ευθύνες των εκδοτών. Όμως όλα αυτά είναι πολύ λίγα και πολύ μικρά μπροστά στο ζήτημα της πολυφωνίας και άρα της δημοκρατίας που τίθεται σε κίνδυνο όταν κλείνει μια ιστορική εφημερίδα προς τέρψη μιας κυβέρνησης.

Πόσο μακρυά από εμάς  είναι άραγε η εποχή που περιγράφει το «Φαρενάιτ 451»; Είναι πράγματι μια «δυστοπία», μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, ή μια κατάσταση τρομακτικά οικεία εν τέλει, αν αφαιρέσεις τα μηχανικά σκυλιά που ανακαλύπτουν τα σπίτια με τα βιβλία και αντικαταστήσεις την «καύση» με τη λέξη «πτώχευση»; 

Πόσο απέχει από την «τέλεια» κοινωνία που περιγράφει το βιβλίο, η δημόσια παρότρυνση του Πρωθυπουργού προς πολίτες να μην διαβάζουν εφημερίδες για να «έχουν την υγειά τους». Στο όνομα της «δημόσιας ευτυχίας» ακριβώς, ο κ. Πρωθυπουργός ωθεί τους πολίτες να μην διαβάζουν εφημερίδες και να μην ακούν την «άλλη άποψη», αυτήν που αμφισβητεί τα non paper του καθεστώτος. Και την ίδια στιγμή, οι εφημερίδες αυτές που κατά δήλωση του Πρωθυπουργού από το βήμα της Βουλής του «έκαναν bulling», οδηγούνται σε τεχνητό οικονομικό στραγγαλισμό και κλείνουν.

Κλείνουν πράγματι; Φιμώνονται όντως; Θα το δούμε αυτό.

Γιατί ακόμη και στη δυστοπία του «Φαρενάιτ 451» το καθεστώς δεν τα καταφέρνει. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Γκάι Μόνταγκ, ο επί δέκα χρόνια ευτυχής «πυρονόμος», κάποια στιγμή μπαίνει στον πειρασμό να πάρει ένα βιβλίο από ένα σπίτι εν ώρα εργασίας (δηλαδή κατά τη διάρκεια της εισβολής για καύση κρυμμένων βιβλίων) και, όταν τον ανακαλύπτουν και τον αναγκάζουν να κάψει ο ίδιος το δικό του σπίτι, στρέφεται εναντίον τους.


Ας μην περιμένουμε όμως να «καεί» και το δικό μας σπίτι για να αντιδράσουμε σε όσα γίνονται στη χώρα μας στα μέσα ενημέρωσης.


* Δημοσιεύεται στο Capital 

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

#womensmarch: Η διαδήλωση των γυναικών

Έναν ολόκληρο αιώνα μετά από την τελευταία φορά, εκατομμύρια γυναίκες στις ΗΠΑ και στον κόσμο κατακλύζουν τους δρόμους διεκδικώντας τα δικαιώματά τους. Η αιτία; Η ορκωμοσία του 45ου Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

Την τελευταία φορά που γυναίκες κατέβηκαν κατά χιλιάδες στους δρόμους στην Αμερική διεκδικώντας τα δικαιώματά τους ήταν στις 3 Μαρτίου του 1913, μία μέρα πριν την ορκωμοσία του 28ου Προέδρου των ΗΠΑ, Γούντροου Ουίλσον. Ήταν τότε που το κίνημα των σουφραζετών διεκδικούσε το δικαίωμα ψήφου. Η διαδήλωση ήταν βίαιη. Πάνω από 100 γυναίκες διακομίσθηκαν σε νοσοκομεία. Όμως τα κατάφεραν. Η διαδήλωση είχε αποτέλεσμα. Επτά χρόνια μετά, οι γυναίκες στις ΗΠΑ απέκτησαν δικαίωμα ψήφου.

Εκατόν τέσσερα (104) χρόνια μετά από τη διαδήλωση εκείνη, εκατομμύρια γυναίκες νιώθουν την επιτακτική ανάγκη να βγουν στους δρόμους στην Αμερική και σε άλλες 168 χώρες για να προστατεύσουν τα δικαιώματα τους που θεωρούν πως απειλούνται από τη ρητορική του νέου Προέδρου των ΗΠΑ.

Ποιος θα το πίστευε αυτό αν του το έλεγαν πριν ένα χρόνο; Ποιος θα πίστευε πως θα ερχόταν και πάλι η στιγμή που θα ήταν αναγκαίο να βγουν οι γυναίκες στο δρόμο, και μάλιστα στις ΗΠΑ, και να φωνάξουν πως «τα δικαιώματα των γυναικών είναι ανθρώπινα δικαιώματα»; Κανείς. Κι όμως έγινε και οι φόβοι είναι δικαιολογημένοι.

Ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ ως υποψήφιος  δεν έχανε ευκαιρία στην προεκλογική του καμπάνια να διαλαλεί τον μισογυνισμό του και τον ρατσισμό του, καθώς και την πρόθεσή του να αμφισβητήσει δικαιώματα γυναικών, ατόμων με αναπηρία, μειονοτήτων, αφροαμερικάνων, ισπανόφωνων, μουσουλμάνων, μεταναστών, ομοφυλόφιλων, τρανσέξουαλ.

Και ήταν οι γυναίκες που βγήκαν μπροστά υπερασπιζόμενες τα δικαιώματα όλων, και φώναξαν με φωνή μία ότι η αντίληψη  Τράμπ δεν είναι αποδεκτή στην Αμερική: «Σε παρακολουθούμε κ. Πρόεδρε» ήταν το κεντρικό μήνυμα.

Η διαδήλωση ξεκίνησε με ένα event στο Facebook που δημιούργησε μια απλή γυναίκα, η Teresa Shook από την Χαβάη, καλώντας 40 φίλες να διαδηλώσουν την ημέρα της ορκωμοσίας του Ντ. Τράμπ. Την επόμενη μέρα το event είχε 10.000 δηλώσεις συμμετοχής. Και ταχύτατα εξαπλώθηκε σε όλη την Αμερική και τον κόσμο.

Τρία εκατομμύρια πολίτες σε όλο τον κόσμο συμμετείχαν στην διαδήλωση, ενώ πολλές χιλιάδες γυναίκες διαδήλωναν φορώντας ροζ σκουφάκια με αυτιά (Pussyhat projeckt) που έγινε το σήμα καταγγελίας για τα υποτιμητικά προεκλογικά σχόλια του Ντ. Τράμπ για τις γυναίκες, με χαρακτηριστικότερο όλων μια φράση του που εξηγούσε πως πρέπει να «ρίχνει» κάποιος τις γυναίκες («Grab (women) by the pussy»)

Αρκετοί καλλιτέχνες διεθνούς φήμης υποστήριξαν τη διαδήλωση, ενώ η ίδια η Χίλαρι Κλίντον έδειξε την υποστήριξή της στέλνοντας μήνυμα: « Σας ευχαριστώ που συμμετέχετε, μιλάτε και διαδηλώνετε για τις αξίες μας. Είναι σημαντικό όσο ποτέ. Ειλικρινά πιστεύω πως είμαστε πάντα δυνατοί μαζί».

«Δεν το πιστεύω πως πρέπει πάλι να διαδηλώσω για αυτές τις αηδίες» έγραφε το πλακάτ που κρατούσε μια γυναίκα στην διαδήλωση. Και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο ζήτημα.

Ο εθνικολαϊκισμός που εξαπλώνεται σε όλο το κόσμο θέτει σε αμφισβήτηση όλα όσα μέχρι χθες τα θεωρούσαμε ανεπιστρεπτί κεκτημένα.

Το ότι εν έτη 2017 η εκλογή Προέδρου των ΗΠΑ δημιουργεί την ανάγκη επαγρύπνησης για ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μάλιστα των δικαιωμάτων των γυναικών που νιώθουν να κινδυνεύει η αξιοπρέπεια τους και η θέση τους στην κοινωνία είναι πολύ μεγάλο ζήτημα.

Το θετικό, αν υπάρχει κάποια θετική πλευρά, είναι πως η κοινωνία αντιδρά. Οι πολίτες αντιδρούν. Δεν εφησυχάζουν πιστεύοντας πως ο κίνδυνος δεν είναι υπαρκτός, όσο παράλογος κι αν φαίνεται αυτός για την εποχή μας. Κι αυτό σημαίνει αν μη τι άλλο πως στέλνουν ισχυρό μήνυμα για την προστασία όλων όσων μέχρι χθες θεωρούνταν δεδομένα.

Ο Πρόεδρος Τραμπ θα αντιμετωπίσει τεράστιες δυσκολίες αν θελήσει να θέσει σε εφαρμογή τα όσα έλεγε προεκλογικά. Όμως θα χρειαστεί και πολύ δουλειά για να αλλάξει την εικόνα του. Ας ελπίσουμε για το καλό όλων πως αυτό θα γίνει. Και σε αυτό το γυναικείο κίνημα θα έχει συμβάλει καθοριστικά, και πάλι.
      


* Δημοσιεύεται στη Madame Figaro  

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Thumb down


“War is peace
Freedom is slavery
Ignorance is strength” 
1984, George Orwell

Δεν νομίζω πως έχει υπάρξει ποτέ κάτι πιο χυδαία αποκαλυπτικό αυταρχικών ιδεοληψιών από τη φωτογραφία του Καμμένου στο Πρωθυπουργικό Αεροσκάφος «καθ’οδόν» προς τις ΗΠΑ για την ορκωμοσία του νέου Προέδρου.

Ο κ. Καμμένος, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας και κατ’ ουσία ο σκιώδης πρωθυπουργός της εθνικολαϊκιστικής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, φωτογραφίζεται μέσα στο Πρωθυπουργικό σκάφος, κρατώντας την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, φύλλο 18/1, δηλαδή το φύλλο της επομένης της συμφωνίας «άλωσης» του ΔΟΛ από την κυβέρνηση, με την «εισβολή» Μουλόπουλου. Ενώ με το δεξί του χέρι, κάνει το σήμα του «thumb up», που σημαίνει κάτι σαν «αποστολή εξετελέσθη». Να υποθέσω ότι την προηγούμενη μέρα στα επιτελεία τους συζητώντας για το ΔΟΛ είχαν δώσει το σήμα «thumb down» που επί ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σήμαινε «θάνατος στον μονομάχο».

Η φωτογραφία αυτή είναι το πιο εύγλωττο ντοκουμέντο του ολοκληρωτισμού που απεργάζεται η κυβέρνηση. Ως λάφυρο κρατάει ο Καμμένος την εφημερίδα, σκασμένος στα γέλια που «τα κατάφεραν». Τι κατάφεραν κατά τη γνώμη τους; Υποθέτω, να καταλάβουν μια ιστορική εφημερίδα, ένα ιστορικό εκδοτικό συγκρότημα της δημοκρατικής παράταξης με την ευρεία έννοια, ώστε να το καθυποτάξουν και να γίνει εργαλείο τους στη χειραγώγησης μαζών. Ένα μεγάλο βήμα για την ολοκληρωτική κατάληψη της χώρας, κατά τη γνώμη τους.

O κ. Μουλόπουλος άλλωστε, που θα έπρεπε να ντρέπεται για τον ρόλο που ανέλαβε, είναι ξεκάθαρος για το ιδεολόγημα που θα υπηρετήσει: «δεν θα γίνεται πια κριτική πεζοδρομίου». Το πώς ορίζεται το «πεζοδρόμιο» το εξηγεί μια μέρα αργότερα με συνέντευξή του στην κομματική τους εφημερίδα. Όπως είπε «ο Πάγκαλος δεν μπορεί να συνεχίσει να λέει "τσογλάνι" τον πρωθυπουργό από δημόσια συχνότητα». Γιατί δεν μπορεί; Ποιος το απαγορεύει; Ποιος απαγορεύει σε πολίτη να ασκεί δημόσια κριτική προς τον Πρωθυπουργό; (ή να «περιγράφει» τον Πρωθυπουργό όπως εύστοχα απάντησε ο κ. Πάγκαλος). Σε περίπτωση πάντως που το αγνοούν, ο νόμος για την περιύβρισης αρχής του 1951 καταργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ακριβώς στο πλαίσιο του εκδημοκρατισμού.

Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν φείδονται κυνισμού μήτε αποφασιστικότητας στην προσπάθεια τους να επιβάλλουν το «άλλο καθεστώς», το αυταρχικό καθεστώς. Αφού δεν κατάφεραν με νομιμοφανή τρόπο να αρπάξουν τα κανάλια και να τα δώσουν σε «δικούς τους» ως εργαλεία προπαγάνδας, έβαλαν σε εφαρμογή το Plan B: την κατά κυριολεξία κατάληψη ΜΜΕ. Αφού οδήγησαν τον ΔΟΛ σε οικονομική ασφυξία, εκβιάζοντας τον εκδότη κατέλαβαν το εκδοτικό συγκρότημα.

Για την ώρα βέβαια αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην «παράδοση» των δημοσιογράφων του συγκροτήματος. Οι κορυφαίες πένες, απαντούν στην προσπάθεια «άλωσης» ενώ μαζί τους συντάσσεται σχεδόν όλος ο δημοσιογραφικός και πολιτικός κόσμος. «Τα ΝΕΑ θα αλωθούν όταν πάψουμε να γράφουμε» γράφει δημοσιογράφος του συγκροτήματος.  Όμως η αλήθεια είναι πως δεν αρκούν.

Δεν αρκεί κάθε φορά το θύμα να δίνει μόνο του τη μάχη απέναντι στο τέρας του ολοκληρωτισμού. Χρειάζεται κοινωνική πανστρατιά. Και σε αυτή τη μάχη δεν χωρούν τα «μεν ναι αλλά». Δεν έχουμε την πολυτέλεια των αστερίσκων. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να λέμε «και τι με νοιάζει εμένα για τον τάδε ή τον δείνα επώνυμο». Εδώ μιλάμε για τη δημοκρατία μας.


Οι εθνικολαϊκιστικές κυβερνήσεις τύπου ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έχουν πάντα έναν σύμμαχο: την αδιαφορία των πολιτών, την οποία και προκαλούν, καθώς κουρασμένοι από τις καθημερινές μάχες για την επιβίωση, δεν θέλουν ή δεν αντέχουν να ασχοληθούν με άλλα θέματα που μοιάζουν να μην τους αφορούν άμεσα. Ή και προτιμούν να σιωπήσουν για να μην «μπλέξουν». Αυτή ήταν πάντα η συνταγή για την επιβολή ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ας μην τους αφήσουμε.


* Δημοσιεύεται στο Capital 

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Ένα σημείωμα για την αρχή του έτους

Τα έφερε έτσι η τύχη ώστε τις ημέρες των γιορτών να διαβάσω την αυτοβιογραφία του μεγάλου αυστριακού συγγραφέα Στέφαν Τσβάιχ, «Ο Κόσμος του Χθες» και οι συνειρμοί για την περίοδο που ζούμε ήταν αναπόφευκτοι.

Η αυτοβιογραφία του Στέφαν Τσβάιχ δεν αφορά τον ίδιο, δεν αφορά το έργο του και τη ζωή του, ελάχιστες είναι οι προσωπικές αναφορές, αλλά την απεικόνιση ενός κόσμου που χάνεται, ενός κόσμου που χάθηκε, του Ευρωπαϊκού, δίχως κανείς να είχε ποτέ σκεφτεί πως θα μπορούσε να συμβεί αυτό. Κι αυτός είναι ο λόγος που αποφασίζει να γράψει την αυτοβιογραφία του. Εξ ου και η αγωνία του λίγες ώρες πριν δώσει τέλος στη ζωή του, το 1942, να μην χαθεί το χειρόγραφό του όπως γράφει στην τελευταία του επιστολή προς φίλο του, από την Πετρόπολη της Βραζιλίας που βρίσκεται εξόριστος. «Αν με αυτή τη μαρτυρία μας κατορθώσουμε να μεταβιβάσουμε στην επόμενη γενιά έστω κι ένα ελάχιστο κομμάτι της αλήθειας που διασώθηκε από τα χαλάσματα του οικοδομήματος της κοινωνίας, αυτό σημαίνει πως ο μόχθος μας δεν ήταν ολότελα μάταιος» γράφει στις πρώτες σελίδες του έργου του. Ενός έργου στο οποίο μιλάει για την μεγαλύτερη πανώλη όλων των εποχών, τον εθνικισμό, που «έφτασε να δηλητηριάσει την ακμή του ευρωπαϊκού μας πολιτισμού» και της «φοβερής υστερία του μίσους».

Σχεδόν 70 χρόνια μετά, η Ευρώπη αντιμετωπίζει την μεγαλύτερη απειλή από τον Β’ΠΠ: η άνοδος του αντιευρωπαϊσμού, του εθνικολαϊκισμού, των ακροδεξιών, η τυφλή τρομοκρατία, το Brexit, και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού η εκλογή του Τράμπ σημαίνουν σήματα πρωτοφανούς κινδύνου για το μέλλον και την ίδια την ύπαρξη της Ευρώπης που διαρκώς αυξάνουν. Κι όλοι κωφεύουμε. Όπως και τότε.

Κωφεύουμε γιατί, όπως και τότε, δεν πιστεύουμε πως ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Με μια αφελή πίστη πως δεν είναι δυνατόν να καταρρεύσει η Ευρωπαϊκή Ένωση τόσων ετών, λησμονώντας συνειδητά πως έχουν διαλυθεί πολύ πιο ισχυρές και πολύ πιο παλαιές δομές με ολέθριες συνέπειες. Και άρα έχουμε την πολυτέλεια να την αμφισβητούμε, να την πολεμάμε ή έστω να την αφήνουμε απροστάτευτη.
Ο Στέφαν Τσβάιχ, περιγράφει ανάγλυφα ως ένας Βιενέζος πολίτης της Ευρώπης τα χρόνια πριν από τον Α΄ΠΠ ως τα χρόνια «της ασφάλειας» πού όμως αποδείχθηκαν ένα «άδειο πήλινο βάζο», όπως γράφει, «με το που έπεσε ο πυροβολισμός στο Σεράγεβο το 1914». Τίποτα δεν έμεινε για να θυμίζει. Και το ένα μεγάλο έγκλημα έφερε το άλλο μεγάλο έγκλημα. «Η κουλτούρα μας, ο πολιτισμός μας, είναι μονάχα ένα λεπτό επίστρωμα, το οποίο μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπεραστεί από τις καταστροφικές δυνάμεις του υποκόσμου» γράφει παραπέμποντας στα λεγόμενα του Φρόιντ.  

Κωφεύουμε και γιατί δεν έχουμε εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, όπως και τότε. Οι πολιτικοί σε όλο τον δυτικό κόσμο αμφισβητούνται. Οι πολίτες δεν έχουν εμπιστοσύνη στους πολιτικούς και τα «παλαιά πολιτικά συστήματα» και αναζητούν άλλους τρόπους «εναλλακτικούς» για να εκφράσουν δυσαρέσκεια ή οργή, όπως και τότε. Ότι πιο παράλογο, ότι πιο γελοίο γίνεται όχημα δυσαρέσκειας και κινηματική επιλογή, η μόνη αλήθεια η οποία υιοθετείται τυφλά και μαζικά, όπως και τότε. Ο Στέφαν Τσβάιχ περιγράφει αναλυτικά πως ο δρόμος προς τον Β’ ΠΠ στρώθηκε από την απαξίωση των πολιτικών και του λόγου που έφερε ο Α’ ΠΠ. «Στα 1939 δεν υπήρχε κανείς πολιτικός που να απολαμβάνει το σεβασμό του λαού» γράφει, κάτι που άνοιξε το δρόμο προς τον Χίτλερ.

Κι αυτό το φαινόμενο δεν αφορά, όπως και δεν αφορούσε, μόνο τους πολιτικούς αλλά όποιον φέρει δημόσιο λόγο ευθύνης. Στο προειδοποιητικό άρθρο του ο Στίβεν Χόκινγκ πριν λίγες μέρες, αναφέρεται στην αδυναμία των ελίτ να επηρεάσουν τις καταστροφικές επιλογές των πολιτών: «Είχα προειδοποιήσει πριν από τη ψηφοφορία για το Brexit, ότι θα βλάψει την επιστημονική έρευνα στη Βρετανία, ότι μία ψήφος για αποχώρηση θα είναι ένα βήμα προς τα πίσω, και το εκλογικό σώμα -ή τουλάχιστον ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό του- δεν έδωσε περισσότερη σημασία σε μένα από ό,τι σε οποιονδήποτε από τους άλλους πολιτικούς ηγέτες, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες, επιστήμονες, επιχειρηματίες και προσωπικότητες, όλοι οι οποίοι έδωσαν την ίδια συμβουλή που αγνοήθηκε στην υπόλοιπη χώρα» γράφει. Και πράγματι, τόσο στη Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ σχεδόν όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, οι διανοούμενοι, τα αξιόπιστα ΜΜΕ εξηγούσαν τις ολέθριες συνέπειες του Brexit και της εκλογής Τράμπ, αλλά αυτό δεν στάθηκε ικανό για να σταματήσει την περίφημη «οργή του λαού» στο να προβεί στην καταστροφική επιλογή, όπως και τότε.

Η «οργή του λαού» που δεν είναι παρά ένα εργαλείο όσων πίστευαν και πιστεύουν πως «όσο χειρότερα πάνε τα πράγματα για τη χώρα, τόσο το καλύτερο για εμάς» όπως γράφει ο Στέφαν Τσβάιχ μιλώντας για τον «ψευτοηρωισμό» διαφόρων της περιόδου εκείνης. Αυτόν τον «ψευτοηρωισμό» που τον βλέπουμε ανάγλυφα σε όλη την Ευρώπη αλλά και οπωσδήποτε στη χώρα μας. «Πόσο εύκολο είναι να πετυχαίνει κανείς κάτι χρησιμοποιώντας το μίσος» γράφει ο Τσβάιχ και αναπόφευκτα κανείς θυμάται την «υστερία του τυφλού μίσους» που τόσο έντονα έζησε η χώρα μας το διάστημα 2010 – 2014 μόνο και μόνο για να παραδοθεί πρώτη από όλες τις άλλες χώρες στα χέρια ημιπαραφρόνων που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η διατήρηση της εξουσίας εις βάρος της πατρίδας και των πολιτών.

Ο Τσβάιχ μιλά για το «οργανωμένο ψέμα» που ποδοπάτησε το λόγο τα χρόνια εκείνα όταν «ο Χίτλερ έκανε το ψέμα αυτονόητο και την απανθρωπιά νόμο» και σήμερα με μεγάλη καθυστέρηση ο δυτικός κόσμος δίνει μια άνιση μάχη με αλγόριθμους στο facebook για να αντιμετωπίσει τα περίφημα «fake news» που έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν σε συντριπτικό βαθμό ακόμα και την εκλογή του Προέδρου των ΗΠΑ ή μια ολόκληρη εθνική στρατηγική, για να έρθουμε στα δικά μας. Λησμονώντας πως πίσω από την υιοθέτηση του ψέματος υπάρχουν οι «υπαίτιοι». Και υπαίτιοι δεν είναι μόνο όσοι διοχετεύουν το ψέμα, διαστρεβλώνοντας τη λογική και την αλήθεια αλλά και «εμείς οι ίδιοι που δεν ορθώσαμε το ανάστημά μας εναντίον τους» όπως γράφει ο συγγραφέας αναφερόμενος στους υπαίτιους του τότε.

«Η Ευρώπη ήταν καταδικασμένη να βαδίσει προς το θάνατο εξαιτίας της δική της και μόνο παραφροσύνης, η Ευρώπη, η αγία μας πατρίδα, η κοιτίδα και ο Παρθενώνας του δυτικού μας πολιτισμού» γράφει στις τελευταίες σελίδες της αυτοβιογραφίας του ο Τσβάιχ και διαβάζοντας τη φράση αυτή αναρωτιέμαι όχι μόνο αν η Ιστορία επαναλαμβάνεται αλλά και πόσοι θα ήταν αυτοί σήμερα που θα γέλαγαν χλευάζοντας τη φράση αυτή όχι από κραταιά πεποίθηση ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί αλλά από τυφλωμένη και ανεπίγνωστη επιθυμία αυτό να συμβεί. Πάρα πολλοί, φοβάμαι.

Και όχι δεν ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά δεν ανήκω και σε αυτούς που με περισσή αφέλεια κι αμεριμνησία είναι βέβαιοι πως η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, κυρίως όταν τα σημεία των καιρών φωνάζουν.   

Ο αγώνας «ενάντια στη προδοσία της λογικής, που είχε πέσει θύμα του μαζικού πάθους των καιρών» είναι και πάλι ανάγκη.



*Δημοσιεύεται στο Capital