Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Έρχονται σκοτεινοί καιροί

Το βιβλίο της Μάργκαρετ Άτγουντ «Η ιστορία της πορφυρής δούλης» (The Handmaid’s Tale) εκδόθηκε 1985 σημειώνοντας μεγάλη εμπορική επιτυχία. Πρόκειται για ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που περιγράφει μια μελλοντική κοινωνία στην Αμερική, την «Δημοκρατία του Γιλεάδ» στην οποία «μπαίνει επιτέλους μια τάξη» και ο ρόλος της γυναίκας είναι μόνο αυτός της μητέρας. Οι γυναίκες στην «Δημοκρατία του Γιλεάδ» είναι οι «Πορφυρές Δούλες» υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να τεκνοποιήσουν, οι οποίες παραχωρούνται σε άντρες, επιφανή μέλη της κοινωνίας για να τους κάνουν παιδιά. Αν δεν το κατορθώσουν θανατώνονται ή εξορίζονται μαζί με άλλα «προβληματικά» μέλη της κοινωνίας.    

Το βιβλίο αυτό το τελευταίο διάστημα σημειώνει κατακόρυφη αύξηση των πωλήσεων στην Αμερική. Η αιτία; Ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ και ο φόβος που προκαλεί η ρητορική κατά των γυναικών.

Σε αυτό το φόβο απευθύνθηκε και η Χίλαρι Κλίντον με το μήνυμά της πριν λίγες μέρες όταν ζήτησε «οι γυναίκες να θυμούνται πως είναι οι ήρωες και οι διαμορφωτές της Ιστορίας». Ένα μήνυμα που πριν από ένα μήνα θα ακούγονταν αναχρονιστικό και άκαιρο. Ποιος αμφισβητεί τις γυναίκες και ποιος τις κατατάσσει σε ειδική κατηγορία σε μια δυτική δημοκρατία ώστε να νιώσει την ανάγκη η πρώην υποψήφια για Πρόεδρος των ΗΠΑ, Χίλαρι Κλίντον, να στείλει τέτοιο μήνυμα; Κι όμως, κατά πως προκύπτει υπάρχει ζήτημα.

Προσωπικά ανήκω στη γενιά αυτή που ουδέποτε ταυτίστηκα με το φεμινιστικό κίνημα. Πότε δεν ένιωσα πως μου στερείται κάτι επειδή είμαι γυναίκα. Όλα αυτά είχαν λυθεί πριν πολλά πολλά χρόνια με αγώνες και πίστευα πως ουδείς πλέον θα αμφισβητούσε τη θέση της γυναίκας σε μια δυτική κοινωνία. Λάθος μου. Δυστυχώς κάτι έχει αλλάξει. Τίποτα πια δεν είναι δεδομένο, κι αυτό δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ αλλά και την Ευρώπη.

Δύο είναι οι κοινωνικές ομάδες που βάλλονται αυτή τη στιγμή στις ΗΠΑ: οι μετανάστες και οι γυναίκες. Και αν κάποιοι επιχαίρουν για το πρώτο ας μην ξεχνάνε πως «και οι γυναίκες βάλλονται». Κι αυτό κάτι σημαίνει. Διότι a la cart προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν υπάρχει.

Κεντρικό θέμα αυτή τη στιγμή στο «γυναικείο ζήτημα» είναι οι εκτρώσεις, η αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος.

Πριν λίγες μέρες στην Οκλαχόμα των ΗΠΑ ψηφίστηκε νόμος για τις εκτρώσεις σύμφωνα με τον οποίο για να κάνει μια γυναίκα έκτρωση θα πρέπει να καταθέσει την γραπτή άδεια του άντρα με τον οποίο συνέλαβε. «Καμία έκτρωση δεν θα πραγματοποιείται δίχως την γραπτή συγκατάθεση του πατέρα του εμβρύου» λέει ρητά ο νόμος με την επιφύλαξη των περιπτώσεων βιασμού ή αν η εγκυμοσύνη θέτει σε κίνδυνο τη ζωή της γυναίκας σύμφωνα με ιατρική γνωμάτευση.

Ενώ στο Άρκανσο (η πολιτεία του Κλίντον!), λίγο νωρίτερα, είχε ψηφιστεί νόμος σύμφωνα με τον οποίο ο σύζυγος μιας γυναίκας που κυοφορεί έχει πλέον το δικαίωμα να σταματήσει την έκτρωση ακόμα κι αν η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού από τον σύζυγό της, κάτι που δεν είναι άλλο από την νομιμοποίηση της οικογενειακής βίας, ενώ θα έχει το δικαίωμα να μηνύει τον γιατρό που πραγματοποίησε την έκτρωση.

Στο Κεντάκι, με νόμο οι γιατροί υποχρεούνται να κάνουν υπέρηχο στην γυναίκα πριν την έκτρωση και να της περιγράφουν την κατάσταση του εμβρύου ή να ακούν τους χτύπους της καρδιάς. Ψυχολογική βία δηλαδή. Σύμφωνα με τον νόμο όμως επιτρέπεται η γυναίκα να αποστρέψει τα μάτια της από τις εικόνες ή να ζητήσει να  μειωθεί ο ήχος ώστε να μην τον ακούει! ( χρειάζεται να διαβάσω αρκετές φορές την κάθε πρόταση ώστε να είμαι βέβαιη για το τι διαβάζω και σας μεταφέρω!!!)

Φυσικά το εναρκτήριο λάκτισμα για την «ποινικοποίηση» των εκτρώσεων και της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος το έδωσε ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ λίγες μέρες μετά την ορκωμοσία του υπογράφοντας νόμο με τον οποίο απαγορεύεται η χρηματοδότηση ΜΚΟ που παρέχουν συμβουλευτικές ενημερώσεις για εκτρώσεις εντός και εκτός των ΗΠΑ.  Την επομένη ψηφίστηκε νόμος με τον οποίο απαγορεύεται οι γυναίκες να λαμβάνουν οικονομική υποστήριξη από το κράτος μέσω προγραμμάτων όπως το Medicaid για να πραγματοποιήσουν έκτρωση.  Ενώ ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Mike Pence, πρώην κυβερνήτης της Ιντιάνα που είχε εισάγει τους πλέον σκληρούς νόμους κατά των εκτρώσεων, χαιρετίζοντας τους πολέμιους των εκτρώσεων είπε πως « η ζωή κερδίζει και πάλι στις ΗΠΑ»!

Κάπως έτσι στην Αμερική έχουν τα πράγματα σήμερα.

Η 76 χρονη συγγραφέας, Μάργκαρετ Άτγουντ απαντώντας σε σχετική ερώτηση, σε πρόσφατη συνέντευξή της, με αφορμή την αύξηση των πωλήσεων του βιβλίου της, είπε πως «επιστρέφουμε στις πουριτανικές αρχές του 17ο αιώνα τότε που οι γυναίκες ήταν πολύ χαμηλά στην κοινωνική ιεραρχία» και συμπλήρωσε πως «πιστεύαμε πως η πρόοδος είναι μια ευθεία γραμμή που οδηγεί πάντα προς το καλύτερο, αλλά ποτέ δεν ήταν έτσι. Μπορείς να νομίζει ότι ζεις σε φιλελεύθερη δημοκρατία και ξαφνικά να βρεθείς στην Γερμανία του Χίτλερ. Κι αυτό μπορεί να συμβεί ξαφνικά»  

Κι όλα αυτά δεν αφορούν μόνο τις ΗΠΑ. Σε τελική ανάλυση το θεσμικό σύστημα της Αμερικής έχει γερές ιστορικές βάσεις και είναι δομημένο έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει προκλήσεις στην φιλελεύθερη δημοκρατία. Τι γίνεται όμως στην Ευρώπη που η ακροδεξιά και ο εθνικολαϊκισμός κερδίζουν έδαφος;

Έρχονται σκοτεινοί καιροί. Και πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να διεκδικήσουμε και πάλι δικαιώματα που θεωρούνται κατοχυρωμένα και αδιαμφισβήτητα. Κι αν χρειαστεί θα φωνάξουμε και πάλι πως «το προσωπικό είναι πολιτικό»*.

(* το βασικό σύνθημα του φεμινιστικού συνθήματος τη δεκαετία το ’60)



* Δημοσιεύεται στη Madame Figaro  

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

«Σταματήστε τους»

Τα σημεία των καιρών ουρλιάζουν και κάνουμε πως δεν βλέπουμε.

Δεν βλέπουμε αλήθεια ποια ατζέντα ξεδιπλώνει ο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ; - διότι πλέον μιλάμε για ένα υποκείμενο: ο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Αυτό το εθνικολαϊκιστικό μόρφωμα.

Δεν βλέπουμε πως πάλι με την ίδια διγλωσσία οδηγούν τη χώρα στο οικονομικό αδιέξοδο ενώ ταυτοχρόνως σφυρηλατούν το συλλογικό ασυνείδητο των πολιτών ωθώντας τους στην αυτόβουλη επιλογή της δραχμής; Όχι ο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν έχει σκοπό να επιβάλλει το Grexit, δίχως ισχυρή «αυταπατώμενη» λαϊκή νομιμοποίηση. Καθόλου δεν έχει σκοπό να βρεθεί στα δύσκολα διλήμματα του καλοκαιριού του 2015. Ο στόχος του είναι το Grexit, η δήθεν δραχμή - αν το επιλέξει κι όταν το επιλέξει η κυβέρνηση - να έρθει ως λαϊκή απαίτηση την οποία θα «αναγκαστεί» να ικανοποιήσει για το «καλό» μας.

Από τα Χριστούγεννα μέχρι σήμερα, συχνά πυκνά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, φέρνουν στο δημόσιο διάλογο την επιλογή της δραχμής. Από το «δεν θέλω τα κάλαντα του ευρώ, θέλω τα άλλα τα παραδοσιακά» του κ. Πρωθυπουργού μέχρι το «ας συζητήσουμε για τη δραχμή, μην τη δαιμονοποιούμε, η Ελλάδα επί δραχμής μεγαλούργησε» του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ. Και την επομένη μέρα, μετά την ημι-διάψευση του κ. Ξυδάκη, εφημερίδα φίλα προσκείμενη στον ΣΥΡΙΖΑ οργανώνει διαδικτυακή δημοσκόπηση που ρωτά αυτό ακριβώς που είπε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος: «Υπάρχει ανάγκη να ανοίξει ο διάλογος στο ελληνικό κοινοβούλιο και στη κοινωνία σχετικά με το νόμισμα  της χώρας;». Οι απαντήσεις; Συντριπτικά υπέρ του να ανοίξει ο καταστροφικός αυτός διάλογος!

Παρά τα «είπα – ξείπα»,  τα «δεν εννοούσα αυτό», και τα «δεν συμφωνώ εγώ» το μήνυμα περνάει. Υποδόρια. Εισέρχεται αθόρυβα στη σκέψη του πολίτη ως πιθανότητα που μέχρι πριν λίγο καιρό θεωρούνταν αδιανόητη. Και σε συνδυασμό με την αξιολόγηση που ποτέ δεν κλείνει και τα νέα εξωφρενικά μέτρα που διαρρέονται ως απαιτήσεις των «κακών», ο νους του πολίτη στρέφεται προς το απονενοημένο. «Αφού τα δοκιμάσαμε όλα και απέτυχαν, γιατί να μην δοκιμάσουμε τη δραχμή» σκέφτονται αρκετοί συμπληρώνοντάς το με το γνωστό «πόσο χειρότερα μπορεί να πάνε τα πράγματα;». Ήδη ένας στους τρεις, σύμφωνα με την Metron Analysis, τάσσεται υπέρ της δραχμής φανερά. Πόσοι άραγε να είναι οι συμπολίτες μας που απλά το σκέφτονται σιωπηλά;

Κι έτσι ο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ σιγά σιγά μα μεθοδικά, δημιουργεί το νέο υποκείμενο: τον κουρασμένο Έλληνα από μια κρίση που δεν λέει να τελειώσει, και επιλέγει υπνοβατώντας το «Kούγκι».

Και την ώρα που τα πολιτικά κόμματα ασχολούνται με κατάρτιση λιστών για εκλογές και επιδίδονται σε πολιτική επικοινωνία παλιού τύπου,  ο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ άλλα απεργάζεται.

Κάπως έτσι ο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ εμφανίζεται να κρατάει και τις δυο επιλογές στα χέρια του: εμφανίζεται και ως  ο «εγγυητής»  της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας εντός ευρώ με κάθε κόστος – πως το είπε προχθές στη Βουλή δίχως να αντιδράσει κανείς; «Εμείς αποδείξαμε το αίσθημα ευθύνης που έχουμε απέναντι στον ελληνικό λαό και την ευρωπαϊκή μας επιλογή με μεγάλο κόστος, όταν κληθήκαμε να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις» - αλλά και ως αυτός που θα ικανοποιήσει το αίτημα του λαού για «απελευθέρωση» και Grexit. Τα πάντα όλα. Όπως και παλιότερα: και νεομνημονιακός και αντιμνημονιακός. Μόνο που ο δρόμος αυτός του τα «πάντα όλα» οδηγεί σε μη ομαλές  εξελίξεις καθώς και δεν διαπραγματεύονται με αποτέλεσμα να έρχονται διαρκώς μέτρα αλλά και ο αντιευρωπαϊσμός φουντώνει. Κι όλα αυτά σε ένα ζοφερό διεθνές περιβάλλον.

Δύο χρόνια τώρα είναι σαφές και στους πιο καλόπιστους πως δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της ομαλής διακυβέρνησης με πολιτικό κόστος  και  σαφές εθνικό σχέδιο. Η μπαχαλοποίηση του τόπου μας, η ζουγκλοποίηση της Ελλάδας είναι μονόδρομος για να κρατηθούν στην εξουσία. Και το αυτό πράττουν.

Τι μορφή θα έχει; Θα δούμε. Ή μάλλον θα δούνε. Θα είναι δημοψήφισμα ή εκλογές; Θα το σκεφτούν. Σε κάθε περίπτωση το δίλημμα που θα τεθεί θα είναι το ίδιο. Και θα είναι καταστροφικό για τον τόπο, για τις ζωές μας, για τις επόμενες γενιές. Και δεν έχουμε το δικαίωμα να το επιτρέψουμε αυτό.

Η  αντίδραση πρέπει να εκδηλωθεί καθαρά.  Εγκαίρως. 

Τώρα πριν να είναι αργά. Σταματήστε τον.
   


* Δημοσιεύεται στο Capital  

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Θερμοκρασία: Φαρενάιτ 451, για την Ελλάδα

Φαρενάιτ 451 είναι η θερμοκρασία στην οποία φλέγεται το χαρτί.

«Φαρενάιτ 451» είναι και ο τίτλος του βιβλίου του Αμερικανού συγγραφέα Ρέι Μπράντμπερι που εκδόθηκε το 1953, ενός μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας που περιγράφει μια δυστοπία, μια μελλοντική κοινωνία, όπου ομάδες «πυρονόμων» (firemen) μπαίνουν με κυβερνητική εντολή σε σπίτια και καίνε βιβλία για να διαφυλάξουν και να επαυξήσουν έτσι τη «δημόσια ευτυχία». Ενίοτε, καίνε και τα σπίτια που κρύβουν βιβλία.

Το «Φαρενάιτ 451» περιγράφει μια «ιδανική» κοινωνία του μέλλοντος στην οποία η ατομικότητα δεν είναι αποδεκτή και η διανόηση θεωρείται παράνομη. Μια «τέλεια» κοινωνία που το «ελεύθερο πνεύμα» θεωρείται πηγή κακών και τα βιβλία προκαλούν «κοινωνική δυστυχία» καθώς οδηγούν τους ανθρώπους στο να «αναρωτιούνται», να «αμφισβητούν» και να «σκέφτονται». Κάτι που θέτει σε κίνδυνο την ομοιομορφία της κοινωνίας και, ασφαλώς, την ισχύουσα τάξη πραγμάτων. Στο όνομα λοιπόν της «δημόσιας ευτυχίας» το καθεστώς δημιουργεί το επίλεκτο αυτό Σώμα των έμμισθων πυρονόμων για να καίνε βιβλία που πολίτες, παραβαίνοντας το νόμο, έχουν κρύψει στο σπίτι του.  

Το «Φαρενάιτ 451», μια ιστορία για τη λογοκρισία, είναι διαρκώς στο μυαλό μου τους τελευταίους αυτούς μήνες που κορυφώνεται, με επιτυχία δυστυχώς, η επίθεση της κυβέρνησης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Πρώτα έκλεισαν το Mega, τώρα προσπαθούν να κλείσουν τα ΝΕΑ και το ΒΗΜΑ, και η δουλειά τους συνεχίζεται στο όνομα της αντιμετώπισης της διαπλοκής, όπου «διαπλοκή» βαφτίζεται ό,τι αμφισβητεί την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Και εμείς σωπαίνουμε. Όλοι σωπαίνουν, γιατί πάντα μπορεί να βρει κάποιος μια αφορμή για να πει «και τι με νοιάζει εμένα, ας πρόσεχαν» ή να επικαλεστεί λάθη (τρομακτικά δεν αντιλέγω), αστοχίες, και ευθύνες των εκδοτών. Όμως όλα αυτά είναι πολύ λίγα και πολύ μικρά μπροστά στο ζήτημα της πολυφωνίας και άρα της δημοκρατίας που τίθεται σε κίνδυνο όταν κλείνει μια ιστορική εφημερίδα προς τέρψη μιας κυβέρνησης.

Πόσο μακρυά από εμάς  είναι άραγε η εποχή που περιγράφει το «Φαρενάιτ 451»; Είναι πράγματι μια «δυστοπία», μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, ή μια κατάσταση τρομακτικά οικεία εν τέλει, αν αφαιρέσεις τα μηχανικά σκυλιά που ανακαλύπτουν τα σπίτια με τα βιβλία και αντικαταστήσεις την «καύση» με τη λέξη «πτώχευση»; 

Πόσο απέχει από την «τέλεια» κοινωνία που περιγράφει το βιβλίο, η δημόσια παρότρυνση του Πρωθυπουργού προς πολίτες να μην διαβάζουν εφημερίδες για να «έχουν την υγειά τους». Στο όνομα της «δημόσιας ευτυχίας» ακριβώς, ο κ. Πρωθυπουργός ωθεί τους πολίτες να μην διαβάζουν εφημερίδες και να μην ακούν την «άλλη άποψη», αυτήν που αμφισβητεί τα non paper του καθεστώτος. Και την ίδια στιγμή, οι εφημερίδες αυτές που κατά δήλωση του Πρωθυπουργού από το βήμα της Βουλής του «έκαναν bulling», οδηγούνται σε τεχνητό οικονομικό στραγγαλισμό και κλείνουν.

Κλείνουν πράγματι; Φιμώνονται όντως; Θα το δούμε αυτό.

Γιατί ακόμη και στη δυστοπία του «Φαρενάιτ 451» το καθεστώς δεν τα καταφέρνει. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Γκάι Μόνταγκ, ο επί δέκα χρόνια ευτυχής «πυρονόμος», κάποια στιγμή μπαίνει στον πειρασμό να πάρει ένα βιβλίο από ένα σπίτι εν ώρα εργασίας (δηλαδή κατά τη διάρκεια της εισβολής για καύση κρυμμένων βιβλίων) και, όταν τον ανακαλύπτουν και τον αναγκάζουν να κάψει ο ίδιος το δικό του σπίτι, στρέφεται εναντίον τους.


Ας μην περιμένουμε όμως να «καεί» και το δικό μας σπίτι για να αντιδράσουμε σε όσα γίνονται στη χώρα μας στα μέσα ενημέρωσης.


* Δημοσιεύεται στο Capital 

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

#womensmarch: Η διαδήλωση των γυναικών

Έναν ολόκληρο αιώνα μετά από την τελευταία φορά, εκατομμύρια γυναίκες στις ΗΠΑ και στον κόσμο κατακλύζουν τους δρόμους διεκδικώντας τα δικαιώματά τους. Η αιτία; Η ορκωμοσία του 45ου Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

Την τελευταία φορά που γυναίκες κατέβηκαν κατά χιλιάδες στους δρόμους στην Αμερική διεκδικώντας τα δικαιώματά τους ήταν στις 3 Μαρτίου του 1913, μία μέρα πριν την ορκωμοσία του 28ου Προέδρου των ΗΠΑ, Γούντροου Ουίλσον. Ήταν τότε που το κίνημα των σουφραζετών διεκδικούσε το δικαίωμα ψήφου. Η διαδήλωση ήταν βίαιη. Πάνω από 100 γυναίκες διακομίσθηκαν σε νοσοκομεία. Όμως τα κατάφεραν. Η διαδήλωση είχε αποτέλεσμα. Επτά χρόνια μετά, οι γυναίκες στις ΗΠΑ απέκτησαν δικαίωμα ψήφου.

Εκατόν τέσσερα (104) χρόνια μετά από τη διαδήλωση εκείνη, εκατομμύρια γυναίκες νιώθουν την επιτακτική ανάγκη να βγουν στους δρόμους στην Αμερική και σε άλλες 168 χώρες για να προστατεύσουν τα δικαιώματα τους που θεωρούν πως απειλούνται από τη ρητορική του νέου Προέδρου των ΗΠΑ.

Ποιος θα το πίστευε αυτό αν του το έλεγαν πριν ένα χρόνο; Ποιος θα πίστευε πως θα ερχόταν και πάλι η στιγμή που θα ήταν αναγκαίο να βγουν οι γυναίκες στο δρόμο, και μάλιστα στις ΗΠΑ, και να φωνάξουν πως «τα δικαιώματα των γυναικών είναι ανθρώπινα δικαιώματα»; Κανείς. Κι όμως έγινε και οι φόβοι είναι δικαιολογημένοι.

Ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ ως υποψήφιος  δεν έχανε ευκαιρία στην προεκλογική του καμπάνια να διαλαλεί τον μισογυνισμό του και τον ρατσισμό του, καθώς και την πρόθεσή του να αμφισβητήσει δικαιώματα γυναικών, ατόμων με αναπηρία, μειονοτήτων, αφροαμερικάνων, ισπανόφωνων, μουσουλμάνων, μεταναστών, ομοφυλόφιλων, τρανσέξουαλ.

Και ήταν οι γυναίκες που βγήκαν μπροστά υπερασπιζόμενες τα δικαιώματα όλων, και φώναξαν με φωνή μία ότι η αντίληψη  Τράμπ δεν είναι αποδεκτή στην Αμερική: «Σε παρακολουθούμε κ. Πρόεδρε» ήταν το κεντρικό μήνυμα.

Η διαδήλωση ξεκίνησε με ένα event στο Facebook που δημιούργησε μια απλή γυναίκα, η Teresa Shook από την Χαβάη, καλώντας 40 φίλες να διαδηλώσουν την ημέρα της ορκωμοσίας του Ντ. Τράμπ. Την επόμενη μέρα το event είχε 10.000 δηλώσεις συμμετοχής. Και ταχύτατα εξαπλώθηκε σε όλη την Αμερική και τον κόσμο.

Τρία εκατομμύρια πολίτες σε όλο τον κόσμο συμμετείχαν στην διαδήλωση, ενώ πολλές χιλιάδες γυναίκες διαδήλωναν φορώντας ροζ σκουφάκια με αυτιά (Pussyhat projeckt) που έγινε το σήμα καταγγελίας για τα υποτιμητικά προεκλογικά σχόλια του Ντ. Τράμπ για τις γυναίκες, με χαρακτηριστικότερο όλων μια φράση του που εξηγούσε πως πρέπει να «ρίχνει» κάποιος τις γυναίκες («Grab (women) by the pussy»)

Αρκετοί καλλιτέχνες διεθνούς φήμης υποστήριξαν τη διαδήλωση, ενώ η ίδια η Χίλαρι Κλίντον έδειξε την υποστήριξή της στέλνοντας μήνυμα: « Σας ευχαριστώ που συμμετέχετε, μιλάτε και διαδηλώνετε για τις αξίες μας. Είναι σημαντικό όσο ποτέ. Ειλικρινά πιστεύω πως είμαστε πάντα δυνατοί μαζί».

«Δεν το πιστεύω πως πρέπει πάλι να διαδηλώσω για αυτές τις αηδίες» έγραφε το πλακάτ που κρατούσε μια γυναίκα στην διαδήλωση. Και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο ζήτημα.

Ο εθνικολαϊκισμός που εξαπλώνεται σε όλο το κόσμο θέτει σε αμφισβήτηση όλα όσα μέχρι χθες τα θεωρούσαμε ανεπιστρεπτί κεκτημένα.

Το ότι εν έτη 2017 η εκλογή Προέδρου των ΗΠΑ δημιουργεί την ανάγκη επαγρύπνησης για ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μάλιστα των δικαιωμάτων των γυναικών που νιώθουν να κινδυνεύει η αξιοπρέπεια τους και η θέση τους στην κοινωνία είναι πολύ μεγάλο ζήτημα.

Το θετικό, αν υπάρχει κάποια θετική πλευρά, είναι πως η κοινωνία αντιδρά. Οι πολίτες αντιδρούν. Δεν εφησυχάζουν πιστεύοντας πως ο κίνδυνος δεν είναι υπαρκτός, όσο παράλογος κι αν φαίνεται αυτός για την εποχή μας. Κι αυτό σημαίνει αν μη τι άλλο πως στέλνουν ισχυρό μήνυμα για την προστασία όλων όσων μέχρι χθες θεωρούνταν δεδομένα.

Ο Πρόεδρος Τραμπ θα αντιμετωπίσει τεράστιες δυσκολίες αν θελήσει να θέσει σε εφαρμογή τα όσα έλεγε προεκλογικά. Όμως θα χρειαστεί και πολύ δουλειά για να αλλάξει την εικόνα του. Ας ελπίσουμε για το καλό όλων πως αυτό θα γίνει. Και σε αυτό το γυναικείο κίνημα θα έχει συμβάλει καθοριστικά, και πάλι.
      


* Δημοσιεύεται στη Madame Figaro