Κυριακή, 3 Μαΐου 2009

Στηρίζουμε την απεργία πείνας της Mia Farrow



MiaFarrow.org

__________________________________________________

Για τις φίλες και φίλους που πιθανώς δεν γνωρίζουν το ζήτημα του Νταρφούρ, θεώρησα χρήσιμο να αναδημοσιεύσω ένα κείμενο μου που είχε δημοσιευτεί στα ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ:

_________________________________________________________________

Αφροδιτης Αλ Σάλεχ

Σουδάν /Νταρφούρ- το χρονικό μιάς γενοκτονίας


Η κρίση στο Νταρφούρ και εν γένει στο Σουδάν αποτελεί συνάρθρωση βασικών σύγχρονων προβλημάτων: το ζήτημα της διαχείρισης της μετααποικιακής κληρονομιάς της Αφρικής από την πλευρά των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, το έλλειμμα δημοκρατίας του Συμβουλίου Ασφαλείας και τα «παιχνίδια» εξουσίας των «ισχυρών» του ΟΗΕ, η αδυναμία άσκησης κοινής εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. λόγω ανταγωνιστικών συμφερόντων, το πετρελαϊκό ζήτημα, η πολιτική των ΗΠΑ όσον αφορά τις σχέσεις της με τις αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις και τις περιφερειακές συγκρούσεις στις οποίες εμπλέκονται.

Στο ζήτημα του Νταρφούρ η «διεθνής κοινότητα» σιώπησε για ακόμη μια φορά. Όμως την φορά αυτή δεν σιώπησε η «διεθνής κοινωνία των πολιτών» και συγκεκριμένα οι ανθρωπιστικές ΜΚΟ. Το θέμα όμως της μετατροπής του προβλήματος από «πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής» σε «πρόβλημα των ΜΚΟ» έχει αμφιλεγόμενα αποτελέσματα.
Παρά την πρόσφατη ανάδειξη της «κρίσης Νταρφούρ» (και) στην ελληνική δημοσιότητα, τα ίδια τα δεδομένα της παραμένουν ασαφή. Ό,τι παρουσιάζεται στη συνέχεια αποτελεί μια απόπειρα σκιαγράφησης, έναν πρώτο ορισμό του «προβλήματος».

Ο πολιτικός χάρτης του Σουδάν

Το Σουδάν είναι η μεγαλύτερη σε έκταση χώρα της Αφρικής. Αποτελείται από 26 πολιτείες, τρείς εκ των οποίων είναι το Βόρειο, το Νότιο και το Δυτικό Νταρφούρ, και συνορεύει με την Αίγυπτο, την Ερυθρά θάλασσα, την Ερυθραία, την Αιθιοπία, την Κένυα, την Ουγκάντα, το Κονγκό, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, το Τσαντ και τη Λιβύη. Πρωτεύουσα του είναι το Χαρτούμ. Ο συνολικός πληθυσμός του ανέρχεται, κατ’ εκτίμηση, στα 34 εκ. Το 60% εξ αυτών αυτοαποκαλούνται αφρικανοί και το 40% άραβες. Το 70% είναι μουσουλμάνοι, το 5% χριστιανοί, και το υπόλοιπο 25% ασπάζεται τοπικές ανιμιστικές θρησκείες. Η επίσημη γλώσσα είναι σήμερα τα αραβικά.

Το Νταρφούρ βρίσκεται στη δυτική πλευρά του Σουδάν και συνορεύει με το Τσαντ και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Αποτελείται από περίπου 36 φυλές, εκ των οποίων οι νομαδικές αυτοχαρακτηρίζονται «αραβικές», ενώ οι μόνιμα εγκαταστημένες «αφρικανικές». Τρείς εκ των μεγαλυτέρων αφρικανικών φυλών είναι η φυλή των Φουρ κυρίως στο
Ν. Νταρφούρ, των Ζαγάουα στο Β. Νταρφούρ και των Μασσαλέιτ στο Δ. Νταρφούρ. Ο πληθυσμός του το 2003 ανέρχονταν στα 6 εκ., ενώ σήμερα δεν ξεπερνά τα 3εκ.

Το 1899 η Βρετανία και η Αίγυπτος εποίκισαν το Σουδάν, διαμοιράζοντας το σε νότιο χριστιανικό Σουδάν αγγλόφωνο υπό την κατοχή των Βρετανών και βόρειο ισλαμικό αραβόφωνο Σουδάν υπό την κατοχή της τότε φίλο- βρετανικής Αιγύπτου. Στον Α’ Π.Π. (1916) οι Βρετανοί κατέλαβαν το Νταρφούρ, το οποίο υπήρξε ανεξάρτητο κρατίδιο υπό την ηγεμονία της φυλής των Φουρ («Νταρ» στα αραβικά σημαίνει γη), εκτοπίζοντας τον βασιλιά του και καταδικάζοντάς το στην ακυβερνησία. Με το τέλος του Β’ Π.Π. οι Βρετανοί επανασυνέδεσαν το βόρειο με το νότιο τμήμα παραχωρώντας την εξουσία στην ελίτ του βορρά. Τα όρια μεταξύ βορρά και νότου είναι υπό διαπραγμάτευση, ενώ το Νταρφούρ ανήκει «πολιτικά» στο νότο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι οι κυβερνήσεις του Σουδάν, μιλιταριστικές ή μη, είναι αραβικές. Βέβαια, το ζήτημα του διαχωρισμού μεταξύ αράβων και αφρικανών στο Σουδάν είναι κυρίως πολιτικό-οικονομικό και λιγότερο φυλετικό, λόγω των προσμίξεων. Η ερμηνεία πάντως των συγκρούσεων στο Σουδάν ως εμφυλίου πολέμου μεταξύ αράβων και αφρικανών είναι απλουστευτική και άρα παραπλανητική.

Το 1956 το Σουδάν αυτονομήθηκε από την Μ. Βρετανία. Δύο χρόνια αργότερα ο στρατός κατέλαβε την εξουσία υπό τον στρατηγό Ibrahim Abboud, ο οποίος επιδόθηκε στο βίαιο ισλαμικό προσηλυτισμό του νότιου Σουδάν. Σε αντίδραση δημιουργήθηκε μια επαναστατική ομάδα του νότου, οι Anya-Nya. Σύντομα η κρίση οδηγήθηκε σε εμφύλια σύγκρουση μεταξύ του κυβερνητικού αραβικού βορρά και του αντιστασιακού αφρικανικού νότου, γνωστή ως ο «πρώτος εμφύλιος πόλεμος του Σουδάν» (1958-1972). Ταυτοχρόνως άρχισαν να παρεμβαίνουν έμμεσα οι ξένες δυνάμεις προμηθεύονταν και τις δύο πλευρές με όπλα και χρήματα. Ο ψυχρός πόλεμος στο Σουδάν δεν ήταν διόλου «ψυχρός».

Το 1969 μια νέα στρατιωτική φιλοσοβιετική κυβέρνηση κατέλαβε την εξουσία υπό τον στρατηγό Nimeiri. Ενώ το Χαρτούμ εξοπλίζονταν από τη ΕΣΣΔ, οι Anya-Nya είχαν την υποστήριξη του Ισραήλ, καθώς και των γειτονικών χωρών: Κονγκό, Αιθιοπία, Ουγκάντα. Το 1971 ένα αποτυχημένο πραξικόπημα υποκινούμενο από την ΕΣΣΔ, οδήγησε στη ρήξη των σχέσεων Σουδάν- ΕΣΣΔ. Η τότε κυβέρνηση στράφηκε προς τις ΗΠΑ. Το 1972 στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας υπογράφηκε η συνθήκη ειρήνης μεταξύ βορρά και νότου, αναγνωρίζονταν στο νότο οικονομική ανεξαρτησία. Η ειρήνη, όμως, δεν θα διαρκέσει πολύ.

Το 1976 μια ομάδα ισλαμιστών, υποστηριζόμενων από την Λιβύη, υπό τον Saliq al-Mahdi, προσπάθησε να καταλάβει την εξουσία. Το πραξικόπημα απέτυχε, όμως ο Nimeiri συμπεριέλαβε στην κυβέρνηση του τόσο τον ίδιο τον Saliq al-Mahdi όσο και άλλους φανατικούς ισλαμιστές, ώστε να εξασφαλίσει την εξουσία του. Το 1981 ανακαλύφθηκαν πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου στο νότιο Σουδάν. Ο Nimeiri έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο κατασκευής αγωγού, ο οποίος θα μετέφερε το πετρέλαιο στο βορινό λιμάνι του Σουδάν. Ο νότος εξεγέρθηκε. Το 1983 ο Nimeiri διέταξε το στρατό του βορρά να επιτεθεί στους στασιαστές του νότου. Όσοι επέζησαν βρήκαν καταφύγιο στην Αιθιοπία σχηματίζοντας τον «Απελευθερωτικό Στρατό/ Κίνημα των Ανθρώπων του Σουδάν» (SPLA/M), υπό την καθοδήγηση του χαρισματικού αφρικανού ηγέτη John Garang. Την ίδια χρονιά ο Nimeiri επισημοποίησε την ακύρωση της συνθήκης ειρήνης της Αντίς Αμπέμπα. Στο εξής το Χαρτούμ θα είχε την ευθύνη της διοίκησης, της οικονομίας και των ενόπλων δυνάμεων του νότου. Επίσης επέβαλε τους διαβόητους «Νόμους του Σεπτεμβρίου», βάσει των οποίων η Σαρία αναγνωρίζεται ως νόμος του κράτους. Το αποτέλεσμα αυτών των πρωτοβουλιών ήταν ο «δεύτερος εμφύλιος πόλεμος του Σουδάν» (1983-2005)

Το 1987 μια νέα εξέγερση του νότου ανέτρεψε τον στρατηγό Nimeiri και την εξουσία ανέλαβε μια βραχύβια δημοκρατική κυβέρνηση. Το πραξικόπημα του 1989, υποστηριγμένο από το φονταμενταλιστικό κόμμα «Εθνικό Ισλαμικό Μέτωπο» (το κατοπινό «Εθνικό Κόμμα του Κογκρέσου») έφερε στην εξουσία τον στρατηγό Omar al-Bashir, ο οποίος μετέτρεψε το Σουδάν σε φονταμενταλιστικό ισλαμικό κράτος. Η σύγκρουση με το SPLA και εν γένει τους σουδανούς του νότου, κορυφώθηκε. Η τακτική που ακολούθησε, και ακολουθεί, ο Omar
al-Bashir είναι η γνωστή ως τακτική του «διαίρει και βασίλευε»: Η κυβέρνηση εξοπλίζει, εκπαιδεύει, υποστηρίζει οικονομικά και ενθαρρύνει αραβικές παρακρατικές ομάδες να επιτίθενται στις φυλές του νότου. Επίσης στρατολογεί δυνάμεις από άλλες χώρες, όπως την ομάδα των διαβόητων Lord’s Resistance Army (LRA), μια ισλαμική ομάδα της Ουγκάντα που φημίζεται για τις απαγωγές, τους ακρωτηριασμούς και τους βιασμούς μικρών παιδιών. Το 2005 το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, η συνθήκη σύστασης του οποίου έχει επικυρωθεί από όλες τις χώρες-μέλη του ΟΗΕ πλην των ΗΠΑ, της Κίνας και της Ινδίας, εξέδωσε ένταλμα σύλληψης του αρχηγού και άλλων μελών των LRA. Η κυβέρνηση του Σουδάν εξακολουθεί να προσφέρει καταφύγιο και εξοπλισμό στους LRA με αντάλλαγμα τις στυγνές δολοφονίες των μελών των αντιστασιακών ομάδων.

Ως επιπρόσθετο τρόπο εξόντωσης των αφρικανικών φυλών η κυβέρνηση του Σουδάν χρησιμοποιεί το δουλεμπόριο: στρατιώτες από το βορρά επιτίθενται σε χωριά του νότου, απάγουν τους κατοίκους και τους μεταφέρουν σε στρατόπεδα που επισκέπτονται σουδανοί από το βορρά ή πολίτες άλλων χώρων για την σχετική αγοραπωλησία. Η διεθνής κοινότητα στην προσπάθεια της να επέμβει, εφαρμόζει μια τακτική γνωστή ως «pay-back». Δηλαδή επανα-αγοράζει του «δούλους» και στη συνέχεια τους απελευθερώνει. Πρακτική που στην πραγματικότητα ενισχύει το δουλεμπόριο.

Μέχρι προσφάτως το Σουδάν διατηρούσε στενές σχέσεις με φονταμενταλιστικές ισλαμικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένου του Osama bin Laden, στον οποίο προσέφερε καταφύγιο κατά το διάστημα 1991-1996. Όμως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το Σουδάν μετατράπηκε σε βασικό σύμμαχο των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.

Η ανακάλυψη του πετρελαίου υπήρξε η κατάρα του νότου. Τόσο το Human Rights Watch όσο και η Διεθνής Αμνηστία έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη σχέση που υπάρχει μεταξύ διεθνών πετρελαϊκών εταιριών (όπως η Κινεζική National Petroleum Company, η Αυστριακή OMV, η Γαλλική TotalFinaElf, η Καναδική Talisman Energy), κυβέρνησης του Σουδάν και εγκλημάτων πολέμου. Σήμερα η καναδική και οι ευρωπαϊκές εταιρίες έχουν αποσυρθεί από το Σουδάν, υποκύπτοντας στις πιέσεις της κοινής γνώμης (divestment). Όμως η Κίνα και σε μικρότερο βαθμό η Ρωσία, δηλαδή δύο εκ των πέντε μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, παραμένουν οι προνομιακοί «παίκτες» στα πετρελαϊκά αποθέματα του Σουδάν. Ταυτοχρόνως, προμηθεύουν το Χαρτούμ με όπλα και μαχητικά αεροσκάφη, παρά το γεγονός ότι με την Απόφαση 1591/ 2005 το Συμβούλιο Ασφαλείας επέβαλε εμπάργκο όπλων στο Σουδάν, ενώ συστάθηκε, υπό την προεδρία της Ελλάδος, η «Επιτροπή Κυρώσεων για το Σουδάν».

Τον Ιανουάριο του 2005, ύστερα από διαπραγματεύσεις δύο ετών, υπεγράφη η Comprehensive Peace Agreement (CPA) μεταξύ σουδανικής κυβέρνησης και του John Garang (SPLA), σύμφωνα με την οποία το Ν. Σουδάν αυτονομείται μερικώς για τα επόμενα έξι χρόνια, οπότε και θα λάβει χώρα σχετικό δημοψήφισμα. Επίσης συμφωνήθηκε η απόσυρση των κυβερνητικών στρατευμάτων από το νότο και ο αφοπλισμός των παραστρατιωτικών ομάδων. Το δε πετρέλαιο θα διαμοιράζεται μεταξύ βορρά και νότου (50:50) και η Σαρία θα εφαρμόζεται μόνον στους μουσουλμάνους του Β. Σουδάν. Σύμφωνα με την Απόφαση 1590/ 2005 του Συμβουλίου Ασφαλείας ιδρύεται η UNMIS (United Nations Mission in Sudan), με δυναμικό 10.715 στρατιωτών, με σκοπό την επίβλεψη της εφαρμογή της CPA. Ο αιφνίδιος και ύποπτος θάνατος του John Garang λίγες μέρες μετά τη σύναψη της συμφωνίας έθεσε σε κίνδυνο τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, όμως η κρίση ξεπεράστηκε και τον Σεπτέμβρη του 2005 σχηματίστηκε η «Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» με πρόεδρο τον Omar al-Bashir και δύο αντιπροέδρους: έναν εκπρόσωπο των νοτίων και έναν εκπρόσωπο των βόρειων. Μέχρι στιγμής η CPA παραβιάζεται συστηματικά. Στο ανατολικό Σουδάν, από όπου περνάει ο πετρελαϊκός αγωγός, και στο Νταρφούρ οι παρακρατικές ομάδες δρουν σε καθεστώς ατιμωρησίας, με την υποστήριξη του κράτους.

Νταρφούρ-«no man’s land»

Ο εμφύλιος μεταξύ Βορρά και Νότου επισήμως έληξε με 2 εκ. νεκρούς, 4 εκ. εκτοπισμένους και 600.000 πρόσφυγες. Ήδη όμως από το 2003 ο ΟΗΕ, η Διεθνής Αμνηστία και άλλες ΜΚΟ προειδοποιούν για την κρίση που έχει ξεσπάσει στο Νταρφούρ. Οι προειδοποιήσεις δεν ελήφθησαν υπόψη στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, πιθανώς γιατί η «διεθνής κοινότητα» έκρινε πως συμπεριλαμβάνοντας το Νταρφούρ στην συμφωνία θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια την CPA και επομένως τα συμφέροντα της όσον αφορά στην εκμετάλλευση του πετρελαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξέλιξη τριών σχετικών Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας: Η Απόφαση 1556/ 2004 ζητούσε αφοπλισμό των παραστρατιωτικών ομάδων του Νταρφούρ και την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας- η Κίνα και η Ρωσία απείχαν κατά την ψήφιση της. Η Απόφαση 1564/ 2004 απαιτούσε τη σύσταση Διεθνούς Εξεταστικής Επιτροπής για την κρίση στο Νταρφούρ- η Κίνα, η Ρωσία, η Αλγερία και το Πακιστάν απείχαν κατά την ψήφιση της. Η απόφαση 1574/2004 καθώς αφορούσε μόνο την CPA, δίχως καμία αναφορά στο Νταρφούρ, υπερψηφίστηκε ομοφώνως. Η κυβέρνηση του Σουδάν γνωρίζοντας σαφώς τους ενδοιασμούς της «διεθνούς κοινότητας» κωλυσιεργούσε και ταυτοχρόνως υποστήριζε τις «αραβικές» παρακρατικές ομάδες του Νταρφούρ. Η περιθωριοποίηση του Νταρφούρ ήταν ένα λάθος που έμελλε να πληρωθεί με τις ζωές άνω των 400.000 χιλιάδων αμάχων και τον εκτοπισμό 2,5 εκ αφρικανών.

Το Νταρφούρ δεν συμμετείχε στον εμφύλιο αν και οι συγκρούσεις μεταξύ «αράβων» και «αφρικανών» χρονολογούνται εκ της συστάσεως του. Περί το 1987 οι επιθέσεις των αράβων εντάθηκαν και σε αυτό συνέτεινε η απερήμωση των βόρειων εδαφών του Σουδάν. Η κυβέρνηση του Σουδάν αδιαφόρησε, σκοπίμως ή μη. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι στη μιλιταριστική κυβέρνηση του Omar al-Bashir του 1989 συμμετείχαν 17 ηγέτες των αραβικών φυλών του Νταρφούρ.

Το 1991 ο Daoud Bolad, μέλος του SPLA/M, ίδρυσε τον Απελευθερωτικό Στρατό/ Κίνημα του Σουδάν (SLA/M) με σκοπό να οργανώσει την αντίδραση των αφρικανών του Νταρφούρ κατά της επέλασης των αράβων. Δύο χρόνια αργότερα συνελήφθη και εκτελέστηκε από κυβερνητικά στρατεύματα. Για τα επόμενα δώδεκα χρόνια το Νταρφούρ θα μείνει βυθισμένο στην αναρχία και την περιθωριοποίηση.

Το 2003 οργανώθηκε μια νέα επαναστατική ομάδα, η ισλαμική Justice and Equality Movement (JEM) ενώ επαναοργανώθηκε το SLA/M, και επιτέθηκαν στην πρωτεύουσα του
Β. Νταρφούρ, η οποία ήταν υπό την κατοχή των αράβων. Η κυβέρνηση αντέδρασε αποστέλλοντας στρατό καθώς και την ισλαμική πολιτοφυλακή, τους Popular Defense Forces.Ταυτοχρόνως οργάνωσε τους διαβόητους Τζαντζαγουίντ(Janjaweed), μια ομάδα φανατικών ισλαμιστών. Η κυβέρνηση τους όπλισε και τους υποσχέθηκε γη, κοπάδια και ατιμωρησία με αντάλλαγμα τον αφανισμό των αφρικανικών φυλών.

Η επιχείρηση «αφανισμού» οργανώνεται συνήθως ως εξής: Κατά το ξημέρωμα κρατικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν κάποιο χωριό, φίλα προσκείμενο στους επαναστάτες. Αμέσως μετά εμφανίζονται οι Τζαντζαγουίντ, οι οποίοι δολοφονούν τους άντρες, βιάζουν γυναίκες, καίνε τα σπίτια, ρίχνουν τα μικρά αγόρια στις φλόγες και λεηλατούν τις περιουσίες. Στη συνέχεια οδηγούν τους ελάχιστους επιζήσαντες στην έρημο ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επίσης μολύνουν το πόσιμο νερό πετώντας πτώματα στα πηγάδια, καταστρέφουν τα χωράφια, ενώ εμποδίζουν την πρόσβαση των ανθρωπιστικών αποστολών. Όσοι κατορθώσουν να δραπετεύσουν αναζητούν καταφύγιο στα προσφυγικά στρατόπεδα, κυρίως στο Τσαντ. Τα στρατόπεδα αυτά είναι υπερπλήρη και στερούνται της δυνατότητας υποστήριξης των προσφύγων, οι οποίοι είναι συχνά αναγκασμένοι να αναζητήσουν νερό, τροφή και ξύλα για τη φωτιά εκτός στρατοπέδου. Την εργασία αυτή την αναλαμβάνουν κυρίως οι γυναίκες οι οποίες συνήθως πέφτουν θύματα ομαδικών βιασμών- πρόκειται για μια τακτική που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πρωτόγονη μέθοδος ευγονισμού.

Στα στρατόπεδα προσφύγων η όποια βοήθεια προσφέρεται από τις ανθρωπιστικές ΜΚΟ. Όπως περιγράφει ο αρχηγός της τελευταίας αποστολής των Γιατρών Του Κόσμου :«Ο πόλεμος στο Νταρφούρ είναι υποχθόνιος. Δεν έρχεσαι αντιμέτωπος με μάχες. Απλώς βλέπεις τα πτώματα.»

Το Μάιο του 2004 η Αφρικανική Ένωση (ΑΕ), απέστειλε στο Νταρφούρ την «Αφρικανική Αποστολή του Σουδάν» (AMIS), αποτελούμενη από 7000 στρατιώτες. Η δυνατότητα παρέμβασης της AMIS είναι περιορισμένη όχι μόνο γιατί υπολείπεται σε πόρους, προσωπικό και τεχνογνωσία, αλλά και γιατί οι στρατιώτες της πηγαίνουν σε περιοχές υποδεικνυόμενες απο την κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να μην έχουν σαφή εικόνα της κατάστασης και ελευθερία κινήσεων.

Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Colin Powel, το Σεπτέμβρη του 2004, χρησιμοποίησε τον όρο «γενοκτονία» για να αποδώσει την κατάσταση στο Νταρφούρ. Το πόρισμα της Διεθνούς Εξεταστική Επιτροπή του ΟΗΕ για το Νταρφούρ αναφέρει πως «δεν πρόκειται για γενοκτονία, καθώς δεν μπορεί να αποδειχθεί η πρόθεση αφανισμού, όμως η κυβέρνηση του Σουδάν επιδίδεται σε ευρύτατα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα οποία δεν κρίνονται ως λιγότερο σημαντικά της γενοκτονίας.» Η Διεθνής Εξεταστική Επιτροπή έχει προωθήσει το ζήτημα στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο «η κατάσταση στο Νταρφούρ είναι ισοδύναμη της γενοκτονίας». Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επανειλημμένα εκφράσει την ανησυχία της για την κατάσταση στο Νταρφούρ, ενώ υποστηρίζει οικονομικά την AMIS - από το 2004 έως σήμερα έχει προσφέρει περί τα 400 εκ ευρώ. Τον Ιούλιο του 2005 η Ε.Ε. συνέστησε θέση «Ειδικού Εκπροσώπου της Ε.Ε. για το Σουδάν».

Το Μάιο του 2006 υπεγράφη μεταξύ κυβέρνησης του Σουδάν και μιας εκ των ομάδων του SLM, η Darfur Peace Agreement (DPA), βάσει της οποίας η κυβέρνηση οφείλει να προχωρήσει στον αφοπλισμό των Τζαντζαγουίντ μέσα στους επόμενους πέντε μήνες, καθώς και στον σταδιακό περιορισμό της ισλαμικής πολιτοφυλακής. Επίσης, σχηματίζεται μια προσωρινή τοπική κυβέρνηση, με σκοπό την επίβλεψη της εφαρμογής της DPA, αποτελούμενη κυρίως απο κυβερνητικούς εκπροσώπους. Τέλος, η κυβέρνηση του Σουδάν δεσμεύεται να αποζημιώσει τους κατοίκους του Νταρφούρ. Η DPA δεν υπογράφηκε από το κύριο μέρος των επαναστατικών ομάδων, καθότι επιθυμούν μεγαλύτερη εμπλοκή στη διακυβέρνηση του Νταρφούρ και υψηλότερες αποζημιώσεις.

Καθώς η κρίση κορυφώνονταν, τον Αύγουστο του 2006 με την Απόφαση 1706 το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε την επέκταση της UNMIS στο Νταρφούρ, έτσι ώστε να υποβοηθήσει το έργο της AMIS αποστέλλοντας 22.000 κυανόκρανους. Η κυβέρνηση του Χαρτούμ αρνήθηκε κατηγορηματικά την είσοδο στους στρατιώτες του ΟΗΕ. Το Νοέμβριο του 2006 στην Αντίς Αμπέμπα, με πρωτοβουλία του τότε Γ.Γ. του ΟΗΕ Kofi Anan, συμφωνήθηκε μεταξύ ΟΗΕ και Αφρικανικής Ένωσης η σύσταση μια υβριδικής ειρηνευτικής αποστολής στο Νταρφούρ, αποτελούμενης από στρατιώτες του ΟΗΕ και της ΑΕ. Η αποστολή θα ολοκληρωθεί σε τρία στάδια: Στο πρώτο ο ΟΗΕ θα υποστηρίξει την ΑΕ με 180 κυανόκρανους (light support package),στη συνέχεια θα αποστείλει περί τους 4.000 κυανόκρανους (heavy support package) και στο τρίτο στάδιο 22.000 κυανόκρανοι θα αναλάβουν εξολοκλήρου το έργο της AMIS. Οι στρατιώτες αυτής της υβριδικής ειρηνευτικής αποστολής θα φορούν τα μπλέ κράνη του ΟΗΕ και την πράσινη στολή της ΑΕ. Ο πρόεδρος του Σουδάν απεδέχθη την πρώτη φάση αποστολής, αν και εκκρεμεί η ολοκλήρωση της, και ύστερα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις ανακοίνωσε, την 16η Απριλίου του 2007, ότι θα αποδεχθεί και το δεύτερο στάδιο.

Σύμφωνα με την αναφορά του Φεβρουαρίου του Γ.Γ. του ΟΗΕ, η κατάσταση στο Νταρφούρ χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη βία καθώς η πολιτοφυλακή και οι Τζαντζαγουίντ συγκρούονται με τις μη συμβαλλόμενες επαναστατικές δυνάμεις. Επίσης έχουν ενταθεί οι αεροπορικές επιδρομές κρατικών αεροσκαφών κατά των αμάχων. Ένταση επικρατεί και μεταξύ Σουδάν και Τσαντ καθώς οι παραστρατιωτικές δυνάμεις εισέρχονται στην επικράτεια του Τσαντ επιτιθέμενοι στο προσφυγικό στρατόπεδο. Τέλος επισημαίνει τις αυξανόμενες επιθέσεις κατά ανθρωπιστικών ΜΚΟ και κατά των στρατιωτών της AMIS. Πράγματι, περισσότερες από 400 ανθρωπιστικές ΜΚΟ έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις βάσεις τους. Ο αρχηγός της τελευταίας αποστολής των Γιατρών Του Κόσμου περιγράφει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν είναι η «διοικητική παρενόχληση» εκ μέρους της κυβέρνησης ενώ συχνά πέφτουν θύματα ληστείας από τις επαναστατικές ομάδες. Το 2006, όπως καταγγέλλει, αποτέλεσαν βομβιστικό στόχο από κρατικά αεροσκάφη. Η κυβέρνηση πάντως του Σουδάν εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για την κατάσταση στο Νταρφούρ καθώς πρόκειται για «δια-φυλετικές αψιμαχίες».

Το γεγονός ότι ο ΟΗΕ δεν κατόρθωσε να προστατεύσει το Νταρφούρ δεν οφείλεται τόσο στους λανθασμένους χειρισμούς, όσο στην εγγενή παθολογία του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το γεγονός ότι η Κίνα είναι μια εκ των πέντε μόνιμων μελών του Συμβουλίου, ενώ ταυτοχρόνως είναι ο προνομιακός συνομιλητής της κυβέρνησης του Σουδάν για την εκμετάλλευση των αποθεμάτων πετρελαίου και ο βασικός προμηθευτής όπλων (στο Σουδάν λειτουργούν τρία κινεζικά εργοστάσια κατασκευής όπλων), καθιστά τον ΟΗΕ ανίκανο να δράσει.

Επιπροσθέτως, η γενοκτονία στο Νταρφούρ θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στις «παράπλευρες απώλειες του πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Όσο και αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ στην προεκλογική εκστρατεία διακήρυττε επιμόνως ότι δεν θα επιτρέψει να συμβεί στο Νταρφούρ ότι συνέβη επι Κλίντον στη Ρουάντα, η πραγματικότητα τον διέψευσε. Υποστηρίζεται πως οι σχέσεις των ΗΠΑ με την κυβέρνηση του Σουδάν είναι τόσο ισχυρές ώστε είναι πιθανή η ύπαρξη κρυφής συμφωνίας μη-εμπλοκής των ΗΠΑ στα εσωτερικά του Σουδάν με αντάλλαγμα την παροχή πληροφοριών σχετικά με την ισλαμική τρομοκρατία. Στο πλαίσιο αυτό δεν θα πρέπει να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι οι ίδιοι ανώτατοι κυβερνητικοί υπάλληλοι που παρέχουν πληροφορίες στη CIA είναι και οι κύριοι ενορχηστρωτές της γενοκτονίας στο Νταρφούρ.

Η κατάσταση σήμερα

Στις 4 Μαρτίου 2009 το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εξέδωσε ένταλμα σύλληψης κατά πρόεδρο του Σουδάν Omar Hassan al-Bashir, με την κατηγορία του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας και για εγκλήματα πολέμου όσον αφορά στην κατάσταση στο Νταρφούρ. Ο εκπρόσωπος Τύπου της κυβέρνησης του Σουδάν ανταπάντησε πως δεν σκοπεύει η κυβέρνησή του να συνεργαστεί με το " δικαστήριο των λευκών" ("white man's tribunal").

Την ίδια ημέρα η κυβέρνηση του Σουδάν διέταξε την αποχώρηση από το Νταρφούρ δεκαέξι διεθνών ανθρωπιστικών οργανώσεων (ΜΚΟ) όπως η Oxfam, Medicins Sans Frontieres, Solidarities, Mercy Corps κ.α. ενώ κατάσχε τον εξοπλισμό των οργανώσεων.

Σύμφωνα με την εκπρόσωπο τύπου του ΟΗΕ, Marie Okabe , οι ανθρωπιστικές οργανώσεις που εκδιώχθηκαν από το Νταρφούρ ήταν και οι βασικοί παροχείς υπηρεσιών για τη διάσωση της ζωής όπως νερού, τροφίμων, φαρμάκων, «η αποχώρηση αυτών των οργανώσεων θα έχει άμεσες και σοβαρές επιπτώσεις στην κατάσταση στο Νταρφούρ». Οι Γιατροί χωρίς Σύνορα κατήγγειλαν την κίνηση αυτή ως «εξοργιστική» καθώς αφήνει περισσότερους από 200.000 ασθενείς δίχως βασική ιατρική φροντίδα.

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ η απόφαση αυτή της κυβέρνησης του Χαρτούμ θα έχει ως αποτέλεσμα να μείνουν δίχως φαγητό τουλάχιστον 1 εκ. άνθρωποι, 1.5 εκ δίχως ιατρική βοήθεια, και 1 εκ. δίχως πόσιμο νερό.

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ μέχρι σήμερα περισσότεροι από 300.000 σουδανοί από το Νταρφούρ έχουν δολοφονηθεί τα τελευταία χρόνια από τις παραστρατιωτικές δυνάμεις του Χαρτούμ ενώ 2,5 εκ άνθρωποι έχουν αναγκαστεί σε εκπατρισμό.

Η ηθοποιός – ακτιβίστρια Μία Φάροου στις 27 Μαρτίου ξεκίνησε απεργία πεινάς για το Νταρφούρ.




Πρόσφυγες από το Νταρφούρ στην Ελλάδα

Τον Οκτώβριο του 2005 οι σουδανοί του Νταρφούρ που διαμένουν στην Ελλάδα ίδρυσαν ένα σωματείο με την επωνυμία «Σύνδεσμος Σουδανών Προσφύγων», αποτελούμενο από 53 πρόσφυγες από το Νταρφούρ και περί τους 40 από το νότιο και ανατολικό Σουδάν. Από τους σουδανούς του Νταρφούρ μόλις ένας έχει αποκτήσει την προσφυγική ιδιότητα, κάποιοι αναγνωρίζονται ως «αιτούντες πολιτικό άσυλο», ενώ οι περισσότεροι δεν έχουν κατορθώσει να αντιμετωπίσουν τα φράγματα της γραφειοκρατίας, με αποτέλεσμα να διώκονται από τις αρχές, να φυλακίζονται και να απειλούνται με απέλαση. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το καταστατικό του σωματείου τους: « Η ελληνική κυβέρνηση απορρίπτει αναιτιολόγητα τα αιτήματα ασύλου μας, δηλώνοντας ότι δεν συντρέχει κίνδυνος δίωξης μας στο Σουδάν και ότι έχουμε εγκαταλείψει τη χώρα μας για λόγους οικονομικούς ή ζητώντας μας αποδεικτικά έγγραφα των σφαγών που διαπράττονται από το κράτος του Σουδάν.» Το μόνο τους αίτημα είναι το πολιτικό άσυλο.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι σουδανοί αιτούντες πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα, δεν διαφέρουν από τα προβλήματα των λοιπών αιτούντων. Όπως επισημαίνει η πρόεδρος του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες ο διαχωρισμός δεν έχει κανένα νόημα «όλοι έχουν τον ίδιο πόνο, τις ίδιες ανάγκες και αντιμετωπίζουν την ίδια αναλγησία». Βέβαια καθώς το ζήτημα του Νταρφούρ είναι ευρέως γνωστό στη «διεθνή κοινότητα» και μάλιστα χαρακτηρίζεται ως «γενοκτονία» ή «ισοδύναμο γενοκτονίας», οι αρχές θα όφειλαν να επιδεικνύουν μια μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση, τουλάχιστον όμοια με αυτή των υπόλοιπων δυτικών ευρωπαϊκών κρατών. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η Ύπατη Αρμοστεία έχει συστήσει στα συμβαλλόμενα κράτη «να χορηγούν διεθνή προστασία στους σουδανούς αιτούντες άσυλο που κατάγονται από την περιοχή Darfur και είναι «μη αραβικής καταγωγής» αναγνωρίζοντάς τους πρόσφυγες της Σύμβασης του 1951».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου