Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011
Μια φωτογραφία, δύο αναγνώσεις….
Μια δεύτερη ανάγνωση όμως είναι πως την ώρα που η Αριστερά ασχολείται με την υψηλή πολιτική και τάσσεται κατά των τραπεζών , του ΝΑΤΟ, της ΕΟΚ και άλλων μεγάλων εχθρών, τριγύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται όχι μεγάλα λόγια και συνθήματα αλλά τη βοήθεια μας, κανονική βοήθεια - ένα σπίτι, ένα πιάτο φαί, μια κουβέρτα, ένα φιλικό χέρι, μια κάποια εργασία για να μπορέσουν να κερδίσουν τη χαμένη αξιοπρέπεια…
Διαλέξτε εσείς την ανάγνωση ...
Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011
Η Εθνική μας οντισιόν
Κατόπιν ήρθε ο Ευριπίδης, εισάγοντας έναν πρώιμο μοντερνισμό. Το βασικό πλέον χαρακτηριστικό των αρχαίων τραγωδιών είναι ο «από μηχανής θεός». Όταν η εξέλιξη της πλοκής φτάνει σε αδιέξοδο και οι ήρωες δεν έχουν παρά να αντιμετωπίσουν τη ζοφερή πραγματικότητα, άξαφνα, εκείνο το τελευταίο λεπτό πριν από την τιμωρία, εμφανίζεται ο από μηχανής θεός και δίνει την ακοπίαστη λύση. Κλασσικό παραδείγματα η Ηλέκτρα του Ευριπίδη: αφού ο Ορέστης δολοφονήσει την μάνα του, την Κλυταιμνήστρα, εμφανίζονται ως από μηχανής θεοί οι Διόσκουροι και τον προστάζουν να πάει στην Αθήνα για να τον προστατεύσει η θεά Αθηνά από τις τύψεις (Ερινύες) μια και για το φονικό δεν ευθύνεται ουδείς άλλος από την κακή προσταγή που έδωσε ο Απόλλωνας στον Ορέστη. Τέλος καλό όλα καλά.
Ο σύγχρονος Έλληνας ενσωμάτωσε πλήρως την ευριπίδεια τραγωδία. Και πως αλλιώς; Αφού για άλλη μια φορά είμαστε σε ελεύθερη πτώση και με κραταιά πεποίθηση αναμένουμε τον από μηχανής θεό. Το 2009 για το ρόλο αυτό επιλέχθηκε ο Γιώργος Παπανδρέου («λεφτά υπάρχουν») – λες και δεν γνωρίζαμε όλοι μηδενός εξαιρουμένου ότι τα περίφημα λεφτά δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν. Σήμερα κατά πως φαίνεται στην εθνική μας οντισιόν κερδίζει τις εντυπώσεις ο Αντώνης Σαμαράς. Δίχως βέβαια να θεωρούνται υποδεέστερες και οι ερμηνείες των Παπαρήγα και Τσίπρα, αλλά για περιφερειακές παραστάσεις. Για Επίδαυρο μάλλον θα πάμε με Σαμαρά. Εξάλλου και ο ίδιος στην πολύωρη ομιλία του στη ΔΕΘ επικαλέστηκε ουκ ολίγες φορές το θεό: «θα τα καταφέρουμε με τη βοήθεια του θεού» και ποιόν άλλο θα μπορούσε να εννοεί πέραν του από μηχανής; Ενώ η συνέντευξη Τύπου την επομένη δεν φειδόταν ατακών, ελαφρού ρεπερτορίου όπως το περίφημο «Είπαν ότι θα βάλουν πάτο στο βαρέλι, αλλά μας έφυγε ο πάτος!» καθώς και κλασσικών φρούδων υποσχέσεων: «Μετά τις εκλογές, θα πείσω την τρόικα για τις προτάσεις μας και δεν θα χάσω δόση»
Θαρρώ όμως πως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε ρεπερτόριο ως Έθνος. Ίσως θα έχει νόημα να στραφούμε προς τον Αισχύλο και να αναζητήσουμε την αλήθεια. Τη δική μας αλήθεια που δεν είναι άλλη από το ότι λεφτά ούτε υπήρχαν ούτε υπάρχουν ούτε θα υπάρξουν αν δεν κάνουμε εμείς οι ίδιοι κάτι για αυτό. Και πως έχουμε ευθύνες για την κατάσταση της χώρας είτε δια πράξεως είτε δια παραλείψεως: γιατί δεν ήμασταν ενεργοί πολίτες, γιατί δεν σεβαστήκαμε τη ψήφο μας, γιατί κάναμε τα στραβά μάτια, γιατί είχαμε υιοθετήσει το δόγμα «δεν βαριέσαι» κ.α Επίσης να δεχθούμε πως οι περίφημες θυσίες ακόμα δεν έχουν γίνει. Ναι, ζούμε σε ένα κλίμα τρομοκρατίας που δηλητηριάζει κάθε μας στιγμή αλλά οι θυσίες ακόμα δεν έλαβαν χώρα, παρά μόνο από τους πιο αδύναμους. Και ας μην κατηγορούμε τις κυβερνήσεις για αυτό. Στις δημοκρατίες οι νόμοι δεν επιβάλλονται. Στις δημοκρατίες οι νόμοι υπακούονται. Όταν ένα μέτρο δεν εφαρμόζεται από την κοινωνία που αλλού θα μπορούσε να οδηγήσει παρά στην επιβολή ενός νέου μέτρου ακόμα πιο άδικου για τις αδύναμες ομάδες κοκ, και εν τω μεταξύ η ελεύθερη πτώση συνεχίζεται. Το κίνημα του «δεν πληρώνω», οι βίαιες απεργιακές κινητοποιήσεις των ταξί αλλά και η παρούσα στάση της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ, είναι ενδεικτικά παραδείγματα.
Είναι ώρα λοιπόν, η έσχατη ώρα, να αποχωριστούμε τα ευριπίδεια happy end διαφορετικά, αν δηλαδή συνεχίσουμε στο ίδιο ρεπερτόριο καλό είναι να γνωρίζουμε ότι ο μεγάλος συγγραφέας εκτός από τις πιο ανώδυνες τραγωδίες έχει γράψει και το ύψιστο δράμα, τις Βάκχες, και αυτό το έργο δεν θα θέλαμε να το ανεβάσουμε:
Στόματα χωρίς σιωπή
Αφροσύνη και ανομία
Όλων σας μοίρα κοινή
Το τέλος δυστυχία
(…)
Ο σοφός δεν είναι σοφός
Και το σύνορο του ανθρώπου γκρεμνός
Ο χρόνος βραχύς
Και αυτός που τα μεγάλα κοιτάζει
Χάνει τα μικρά. Τα εδώ της ζωής
Η αμέλεια των θνητών με τρομάζει
(…)
Εκείνα που ήταν να γίνουν δεν έγιναν ποτέ,
Κι αυτά που γίνονται. Δεν ήταν για να γίνουν.
Σιωπή. Σιωπή*.
(* Αποσπάσματα από τα χορικά των Βακχών του Ευριπίδη σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά)
* Δημοσιεύεται στο Protagon
Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011
Από την Καμπότζη στην Καλλιθέα
Στα μέσα της δεκαετία του ’80 το διαβόητο καθεστώς του Πολ Ποτ συνήθιζε να διώκει τους ανθρώπους που φορούσαν γυαλιά, ως ενδεικτικό εξωτερικό χαρακτηριστικό μορφωμένου και άρα επικίνδυνου για το πολίτευμα ανθρώπου.
Κι όμως, 35 χρόνια αργότερα, στην καρδιά της Αθήνας, στη Καλλιθέα, νωρίς το πρωί, ένας εργαζόμενος θα δεχθεί επίθεση από 5 άτομα επειδή φοράει γυαλιά και είναι μαύρος. Πράγματι, η διαφορά μεταξύ Καμπότζης του 1975 και Καλλιθέας του 2011 είναι ότι στη δεύτερη περίπτωση δεν είναι γενικώς κατά όσων φορούν μυωπικά γυαλιά αλλά όσων είναι μαύροι μύωπες. Βέβαια, καλό είναι να μην εφησυχαζόμαστε διότι η Ιστορία διδάσκει πως δεν αργεί να έρθει και η δική μας ώρα…
Τα γεγονότα έχουν λίγο πολύ ως εξής:
Ο Άνταμ Ζιάντ από το Σουδάν, γενικός γραμματέας της κοινότητα προσφύγων από το Νταρφούρ, κάτοχος κάρτας αιτούντα άσυλο, γνωστός για τις θετικές δράσεις του στο κέντρο της Αθήνας, τη συνεργασία του με κάθε σύλλογο, ένωση, θεσμικό φορέα, ΜΜΕ με σκοπό την ανάδειξη των προβλημάτων των προσφύγων στην Ελλάδα αλλά και στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και την αρωγή των Αρχών στην συνεργασία τους με περιθωριοποιημένες κοινότητες, την ενημέρωση και υποστήριξη των ίδιων των προσφύγων ώστε να μην καταφεύγουν στην παραβατικότητα και στη διακίνηση ή χρήση ναρκωτικών και άλλα πολλά.
Ο Άνταμ Ζιάντ, στις 9 το πρωί της Δευτέρας, καθοδόν για την δουλειά του σε εταιρεία κινητής τηλεφωνίας δέχθηκε επίθεση από πέντε αγνώστου ταυτότητας πρόσωπα, φαινομενικά έλληνες- ο ένας εκ των οποίων ήταν γυναίκα. Αφού τον πλησίασαν, του άρπαξαν τα γυαλιά μυωπίας από το πρόσωπο ενώ του απηύθυναν εύλογα ερωτήματα τύπου «τι τα θες τα γυαλιά ρε αράπη» κτλ. Λογικότατο! Τι να θέλει τα γυαλιά ένας αράπης;
Όταν ο Άνταμ προσπάθησε να πάρει πίσω τα γυαλιά του άρχισαν να τον χτυπούν, κι όταν κουράστηκαν από την πρωινή γυμναστική αποχώρησαν. Ο Άνταμ ζήτησε τη βοήθεια των εποχούμενων αστυνομικών. Το παρέπεμψαν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και το αστυνομικό τμήμα της περιοχής στη ΓΑΔΑ και πάει λέγοντας.Και φυσικά θα είναι άλλη μια υπόθεση που θα ξεχαστεί, αν το επιτρέψουμε.
Προφανώς σε περιόδους οικονομικής κρίσης, ουδείς ενδιαφέρεται για τους αδύναμους κρίκους, πόσο μάλλον για τους αλλοδαπούς «κρίκους», καθώς εκτιμούμε ότι είμαστε όλοι εν δυνάμει αδύναμοι κρίκοι. Και πράγματι είμαστε. Για αυτό και είναι υψίστης σημασίας να σταματήσει τώρα αυτός ο κύκλος βίας. Γιατί η Ιστορία διδάσκει πως η ρατσιστική βία δεν είναι επιλεκτική, αλλά καθολική και αργά ή γρήγορα θα γίνουμε όλοι θύματα αυτών που επικαλούνται όποια αρτιότητα και ανωτερότητα εθνική, φυλετική, έμφυλη, επαγγελματική, κοινωνική, κοκ., και κραδαίνοντας μια σημαία, όποια σημαία, επιβάλλουν δια της βίας το νόμου του ισχυρού, πάντα για να κρύψουν τις δικές τους αδυναμίες.
Και δυστυχώς το περιστατικό αυτό στην Καλλιθέα δεν είναι ούτε μεμονωμένο ούτε τυχαίο.
***
Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011
Αμαρτίες γονέων και η επανεφεύρεση του Άη Βασίλη
«Καλημέρα και καλή εβδομάδα ..και καλή χρονιά στους μαθητές με μια συμβουλή: μην ακούτε τις γκρίνιες των μεγάλων, προχωρήστε μπροστά, όλος ο κόσμος σας ανήκει!» ήταν το σχόλιο εχθές το πρωί σε σελίδα του FaceBook. Κι όμως αυτό το σχόλιο, τόσο απλό και τόσο κοινότυπο, ήταν αρκετό να προκαλέσει την αντίδραση των μεγάλων!
Τα σχόλια που ακολούθησαν, ποικίλα. Σταχυολογώ: η Ελλάδα ξεπουλήθηκε, δεν έχουν βιβλία, δεν έχουν δασκάλους, θα είναι στην φτώχεια, δεν θα βγουν ποτέ στη σύνταξη, η ανεργία έφτασε το 36%, πρέπει να αντιδράσουμε… και άλλα παρόμοια.
Μα αυτό είναι το όραμά μας; Να κάνουμε τα παιδιά μας κατ’ εικόνα και ομοίωσή μας; Να τους μεταλαμπαδεύσουμε τη γκρίνια, τη μιζέρια, την κατήφεια; Να τους διαλύσουμε το δικαίωμα στο όνειρο, στον έρωτα, στην υπέρβαση; Να αγωνιούν για τη σύνταξη τους από την ηλικία των 13; Να τους μάθουμε να πετάνε πέτρες, να σκίζουν τα (δωρεάν) βιβλία, να καίνε αυτοκίνητα, να δέρνουν τους καθηγητές, να καταστρέφουν το πανεπιστήμιο, να δίνουν τη ψήφο τους στη ΔΑΠ ή ΠΑΣΠ ή σε όποια άλλη για να τους περάσει το μάθημα κι έπειτα για να βρουν μια δουλειά στο Δημόσιο για να «κάθονται», να μουντζώνουν τη Βουλή, να μην σέβονται τους νόμους, να γερνάνε πριν την ώρα τους ... Κι όλα αυτά επειδή εμείς αποτύχαμε. Όχι η όποια κυβέρνηση. Αυτό είναι ασήμαντο. Εμείς αποτύχαμε, ηθικά. Την δική μας ηθική παρακμή καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τώρα κι όχι την όποια κυβερνητική ανικανότητα. Εμείς μεταμορφωθήκαμε σε μια νύχτα από μια κοινωνία ανθρώπων σε μια βουλιμική κοινωνία ατόμων, δίχως οράματα, δίχως μνήμες, δίχως Ιδέες, δίχως σεβασμό στην ίδια μας την ύπαρξη. Σε μια κοινωνία όχι ευφυών αλλά εξυπνάκηδων.
Και πριν απαντήσουμε με υπερηφάνεια «Ναι, αυτό θέλουμε» ας λάβουμε υπόψη ότι όλα αυτά έχουν την εξής μία, και καμία άλλη, κατάληξη: να μαχαιρώσουν μια μέρα τους γονείς τους και να κραυγάσουν Heil Hitler. Η συνταγή είναι δοκιμασμένη.
(δημοσιεύετε στο Protagon)
Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011
Ο Μπρέιβικ, ο Άιχμαν και οι δραματικές φάρσες της ιστορίας
Ο ψυχρά επαγγελματικός τρόπος με τον οποίο εκτέλεσε ο Νορβηγός Μπρέιβικ το διπλό έγκλημα, μας φέρνει στο μυαλό την απολογία του Άντολφ Άιχμαν – διαβόητου στέλεχος των SS, επιφορτισμένου με τη μεταφορά των Εβραίων στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης- όπως την κατέγραψε η Χάννα Άρεντ στο βιβλίο της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ».

Ο Άιχμαν κατά την απολογία του δικαστήριο δεν είχε την όψη του διαβόλου (devil) όπως περίμεναν όλοι να αντικρίσουν, αλλά, όπως γλαφυρά γράφει η Άρεντ: «Όλοι μπορούσαν να δουν ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν τέρας αλλά κλόουν»*. Εξ ου και ο υπότιτλος του βιβλίου: «Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού» (A report of the banality of Evil).
Ο Άιχμαν δεν είχε τίποτα προσωπικό κατά των Εβραίων, αντιθέτως, όπως γράφει η Άρεντ «είχε πολλούς προσωπικούς λόγους για να μην είναι κατά των Εβραίων» υπονοώντας την Εβραία συγγενή της μητέρας του με την οποία είχε καλές σχέσεις. Έτσι και ο Μπρέιβικ δεν είχε τίποτα προσωπικό κατά των μουσουλμάνων ή των παιδιών και των στελεχών του εργατικού κόμματος που δολοφόνησε. Αντιθέτως, ο για πολλά χρόνια καλύτερος του φίλος ήταν μετανάστης μουσουλμάνος και οι γονείς του άνηκαν στο εργατικό κόμμα.
Ο Μπρέιβικ, σύμφωνα με μαρτυρίες των φίλων του, ήταν έξυπνος και πρόσχαρος και τους έκανε να γελάνε. Αντιστοίχως, ο Άιχμαν ήταν «ένας ιδανικός πατέρας και σύζυγος, ένας άνθρωπος με θετικές απόψεις».
Ο Άιχμαν στην απολογία του τονίζει με ιδιαίτερο ζήλο την καλή κοινωνία (good society) με την οποία βρέθηκε να συνομιλεί ισότιμα όταν ανέλαβε την αποστολή για τη μεταφορά των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και, σύμφωνα με την Άρεντ, ήταν η κρίσιμη στιγμή κατά την οποία η συνείδησή του αποσύρθηκε ή μάλλον «άρχισε να μιλά με τη φωνή της ευυπόληπτης κοινωνίας». Και ο Μπρέιβικ στο μανιφέστο του τονίζει ότι πήρε το βάπτισμα στο βίαιο εξτρεμισμό κατά τη συνάντηση των Ναϊτών του Λονδίνο το 2002 στην οποία ήταν το νεαρότερο μέλος ενώ τα υπόλοιπα μέλη «δεν ήταν οι τυπικοί, μη προνομιούχοι ρατσιστές σκίνχεντ, αλλά επιτυχημένοι επιχειρηματίες, πολιτικοί ηγέτες, οικογενειάρχες, Χριστιανοί συντηρητικοί άλλα και αγνωστικιστές ακόμα και άθεοι»… η καλή κοινωνία, επίσης.
Όπως ο Άιχμαν παραδέχθηκε τα εγκλήματά του δηλώνοντας, όμως, ότι δεν ήταν ένοχος ενώπιον του νόμου καθώς ότι διέπραξε το διέπραξε στο νομικό πλαίσιο του ναζιστικού κράτους, και ότι ο ίδιος «ήταν απλώς νομοταγής πολίτης που εκτελούσε εντολές του Χίτλερ και των ανωτέρων του». Έτσι κι ο Μπρέιβικ παραδέχεται τις πράξεις του αλλά δηλώνει αθώος καθώς ότι διέπραξε το διέπραξε για να σώσει «την Ευρώπη από την επικράτηση των μουσουλμάνων», όπως φέρεται να έχει πει στο δικαστήριο. Η σωτηριολογική αίσθηση καθήκοντος και το έγκλημα υπακοής (crime of obedience) είναι ευκρινή και στις δύο περιπτώσεις. Εξάλλου και ο Γκέμπελς, στον οποίο καταφεύγει ο Άιχμαν στην απολογία του, δήλωνε ότι ο πόλεμος ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου των Γερμανών που είτε θα εξολόθρευαν τους εχθρούς τους (τους Εβραίους) είτε θα εξολοθρεύονταν (από τους Εβραίους). Κάπως έτσι και ο Άντρες. Για το καλό όχι μόνο της Νορβηγίας αλλά και όλης της Ευρώπης διέπραξε τα εγκλήματά του, που δεν ήταν παρά το αναγκαίο τίμημα για τη σωτηρία μας.
Η Άρεντ τέλος αναρωτιέται αν η περίπτωση του Άιχμαν είναι «ένα ζήτημα αυτό-εξαπάτησης σε συνδυασμό με εξωφρενική ηλιθιότητα ή απλώς μια περίπτωση ενός δια παντός αμετανόητου εγκληματία που δεν δύναται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα καθώς ο ίδιος έχει γίνει μέρος του εγκλήματος του;» Για να καταλήξει ότι καμία ποινή δεν θα μπορούσε να είναι αρκετή για τον Άιχμαν μια και οι πράξεις του δεν εμφορούνταν από μίσος, αντισημιτισμό ή κάποιο παγκόσμιο κακό, αλλά «απλώς δεν είχε συνείδηση» (thoughtlessness).
Βέβαια δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι ακόμα και το άρθρο αυτό φαίνεται να μου υπαγορεύει ο ίδιος ο Μπρέιβικ: «Θα με χαρακτηρίσουν ως το μεγαλύτερο ναζιστικό τέρας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», γράφει στο μανιφέστο του. Αυτή ακριβώς ήταν και η περίφημη ρήση του Γκέμπελς: «Θα μείνουμε στην ιστορία ως οι σπουδαιότεροι άντρες ή οι μεγαλύτεροι εγκληματίες»…
Ο Άιχμαν κρεμάστηκε. Ο Μπρέιβικ μάλλον θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του σε μια φυλακή ωσάν μάρτυρας, πεπεισμένος για την ανωτερότητα και αναγκαιότητα της πράξης του. Υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους δύο εγκληματίες. Ο Άιχμαν συνελήφθη και δικάστηκε αφού είχαν εκτελεστεί 17 εκ Εβραίοι, Ρομά και άλλες μειονοτικές ομάδες. Ενώ ο Μπρέιβικ και οι ομοϊδεάτες του είναι μόλις στην αρχή, με 80 νεκρούς απολογισμός, μιας πράξης ενός έργου που έχει ξαναπαιχθεί στο παρελθόν. Έχει δε ενδιαφέρον ότι και οι Εβραίοι θεωρούνταν παράνομοι μετανάστες (illegal migrants).
Και αν για τον Άιχμαν η δίκη αφορούσε την ικανοποίηση των επιζώντων, για τον Μπρέιβικ δεν αυτό μόνο το ζήτημα. Η διαχείριση του μύθου του έχει πολύ μεγάλη σημασία για το μέλλον της Ευρώπης. Όπως άλλωστε τονίζει ο σπουδαίος αναλυτής του φασισμού Πάχτον στο άρθρο του «Πέντε στάδια Φασισμού»: «Ο αυθεντικός φασισμός στη Δυτική Ευρώπη θα είναι κοσμικός και κατά των μουσουλμάνων».
Η ιστορία, ναι, επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά πάντα με τις ίδιες ολέθριες συνέπειες για την ανθρωπότητα.
Ας κάνουμε επιτέλους κάτι πριν να είναι πολύ αργά, αν δεν είναι ήδη.
* Τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά σχετικά με το Άιχμαν προέρχονται από το βιβλίο της Χάννα Άρεντ «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ».
Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011
Η Ελλάδα και η Κίτι
Όμως, τελευταία, η κατάσταση έχει αλλάξει. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η Ελλάδα πλέον δεν είναι η ασφαλής χώρα που ξέραμε. Η εγκληματικότητα, και μάλιστα σε επίπεδο στυγερών ανθρωποκτονιών, έχει αγγίξει ασυνήθιστα για τη χώρα μας υψηλά επίπεδα. Οδηγοί ταξί που μαχαιρώνουν παιδιά, αλλά και οδηγοί ταξί που ξυλοκοπούνται μέχρι θανάτου, οικογενειάρχες που σφάζονται, ψιλικατζήδες, περιπτεράδες, πράκτορες Προπό που πυροβολούνται με καλάσνικοφ, μολότοφ που εκτοξεύονται σε λαϊκές αγορές, ρατσιστικά εγκλήματα, εγκλήματα μίσους, αλλά και τρομοκρατικά χτυπήματα… και άλλα πολλά.
Οι λόγοι αύξησης της εγκληματικότητας ποικίλουν: αναποτελεσματική, ανεπαρκής, άδικη, διαφθαρμένη αστυνομία/δικαιοσύνη, οικονομική κρίση, κρίση αξιών, κοινωνική κρίση, διάρρηξη κοινωνικού ιστού, ανομία, μετανάστες… όλα αυτά μαζί και τίποτα από όλα αυτά. Ενώ δεν είναι καθόλου κατανοητό πώς περάσαμε από τη χαμηλή στην υψηλή εγκληματικότητα εν μία νυχτί, δίχως δηλαδή τη συνήθη σταδιακή κλιμάκωση.
Φυσικά η δημόσια ρητορική περιορίζεται στο ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες… Όμως οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αφενός η εξήγηση δεν είναι ούτε τόσο απλή ούτε τόσο μονοσήμαντη και αφετέρου ότι η ενοχοποίηση μιας πληθυσμιακής ομάδας δεν συνιστά αντιμετώπιση του προβλήματος. Η ρητορική αυτή έχει μεν ως αποτέλεσμα να φέρει ίσως κάποιες ψήφους παραπάνω σε συγκεκριμένα πολιτικά σχήματα… όμως δεν σώζει τις ζωές μας.
Από τους παραπάνω λόγους υπάρχει ωστόσο ένας που έχει σημασία να εξετάσουμε: η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Πρόκειται, βέβαια, για έναν όρο που «πάει με όλα». Κάθε τι που συμβαίνει αποδίδεται σε αυτή την περίφημη διάρρηξη. Στην πράξη, όμως, τι σημαίνει; Θα αποδίδαμε τον όρο ως απώλεια του άτυπου έλεγχου – της γειτονιάς, αυτού του ενός βλέμματος τριγύρω.
Στην εγκληματολογία υπάρχει ένα περιστατικό του 1964 που ταρακούνησε την κοινή γνώμη όσο τίποτα άλλο και εξακολουθεί και μελετάται στα αμφιθέατρα. Πρόκειται για την περίφημη υπόθεση της Κίτι Τζινοβίζ (Kitty Genovese case). Η Κίτι, ένα κορίτσι 28 χρονών, επιστρέφοντας από τη δουλειά της το βράδυ της 13ης Μαρτίου του 1964 μαχαιρώθηκε θανάσιμα έξω από το σπίτι της, σε μια γειτονιά στο Queens της Νέας Υόρκης, από έναν κατά συρροή δολοφόνο. Η υπόθεση δεν θα είχε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον εάν ο αρχισυντάκτης των «ΝΥ Times» δεν είχε ανακαλύψει και αποκαλύψει ότι το κορίτσι δεχόταν μαχαιριές επί μισή ώρα, ότι ο δολοφόνος έφυγε και επέστρεψε δύο φορές για να ολοκληρώσει τη δουλειά του (αφού τη μαχαίρωσε αρκετές φορές, τη βίασε και έπειτα συνέχισε να τη μαχαιρώνει) και ότι την ώρα που διαδραματίζονταν όλα αυτά από τις γύρω πολυκατοικίες παρακολουθούσαν 38 μάρτυρες, ουδείς εκ των οποίων πήρε την πρωτοβουλία να καλέσει την αστυνομία. Η υπόθεση, άλλωστε, είναι γνωστή ως «τριάντα οκτώ μάρτυρες». Όχι, δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Κάθε άλλο. Ήταν ευυπόληπτοι οικογενειάρχες. Απλώς, δεν εκτίμησε ο καθένας τους προσωπικά ότι έπρεπε να παρέμβει ο ίδιος. Όλοι θεώρησαν ότι κάποιος άλλος θα παρενέβαινε. Η Κίτι λοιπόν ήταν το θύμα του δόγματος «It’s none of your business», που θεριεύει στα χρόνια του ατομικισμού και της ευφορίας.
Στην Ελλάδα, δεν ήμασταν έτσι. Στην Ελλάδα ο ένας ενδιαφέρονταν για τον άλλο. Στην Ελλάδα η έννοια του άτυπου ελέγχου ήταν έντονη, σε σημείο μάλιστα ενοχλητικό… (το περίφημο κουτσομπολιό). Όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Πλέον και στην Ελλάδα ο καθένας απλώς κοιτάζει την πάρτη του και το δόγμα του «μη φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν» κερδίζει έδαφος.
Και για να αναφερθώ στο τελευταίο περιστατικό, αυτό της δολοφονίας στη Ζάκυνθο, δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι σε μια νησιώτικη κοινωνία ουδείς γνώριζε πως κυκλοφορούσε ένας οδηγός ταξί που οπλοφορούσε και ήταν επικίνδυνα επιθετικός. Φυσικά και το γνώριζαν. Αλλά κανείς δεν ένιωσε ότι είχε την ατομική ευθύνη να παρέμβει. Ίσως επίσης να μην είχαν καμία εμπιστοσύνη στην αστυνομία. Ή μπορεί και να φοβήθηκαν.
Για όλους αυτούς τους λόγους ένα αγόρι έχασε τη ζωή του, η χώρα μας δυσφημίστηκε με το χειρότερο τρόπο και πάλι, και μια ολόκληρη κοινωνία ενοχοποιήθηκε. Και προφανώς αυτό το περιστατικό δεν είναι ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο.
Εχει έρθει η ώρα, ως κοινωνία, να πάρουμε μια μεγάλη απόφαση και να επανεξετάσουμε δύο παραμέτρους: της αστυνομίας και της κοινωνίας.
Κατά πρώτον, σαφώς χρειάζεται καλύτερη και αποτελεσματικότερη αστυνομία αλλά και πλήρης αναθεώρηση του σχεδιασμού αστυνόμευσης. Το μοντέλο στο οποίο βασίζεται η ελληνική αστυνομία είναι: χαλαρή έως ανύπαρκτη αστυνόμευση σε επίπεδο γειτονιάς και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις καταστολής τύπου ΜΑΤ σε περιοχές που αναγνωρίζονται ως ιδιαίτερα επικίνδυνες, ως πιθανοί στόχοι ή σε διαδηλώσεις. Το μοντέλο αυτό δεν είναι μόνο αποτυχημένο, αλλά και επικίνδυνο. Ανεκπαίδευτα σώματα, βαριά οπλισμένα και επιθετικά προς τον πολίτη, που τελούν υπό το καθεστώς της επιθετικής αυτοπροστασίας και αναλώνονται σε μια ιδιότυπη βεντέτα με τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Η δε πόλη της Αθήνας εμφανίζει την εικόνα μιας πόλης υπό στρατιωτική κατοχή. Πράγμα που ενισχύει το «φόβο του εγκλήματος», την ψυχολογική αυτή κατάσταση που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του απομονωτισμού και κατά συνέπεια το πραγματικό έγκλημα: όσο περισσότερο οι πολίτες φοβούνται, τόσο κλείνονται στα σπίτια τους και αποφεύγουν το δρόμο και άρα η πόλη αφήνεται στο έλεος της παραβατικότητας, η οποία σιγά-σιγά ανοίγει χώρο στο στυγνό έγκλημα.
Όσο δε για τον περίφημο αστυνομικό της γειτονιάς που έκανε την επανεμφάνισή του τελευταία, προκαλεί μόνο ειρωνικά γέλια. Ο αστυνομικός της γειτονιάς είναι πράγματι ένα αποτελεσματικό σώμα, αλλά για να δουλέψει ικανοποιητικά αποτελεί προϋπόθεση να έχει εκπαιδευτεί σωστά, και όχι τρεις εβδομάδες ή και καθόλου, να του έχει διατεθεί το απαραίτητο χρονικό περιθώριο ώστε να γνωρίσει τη γειτονιά, να κερδίσει την εμπιστοσύνη των δημοτών που θα κληθεί να προστατεύσει και, τέλος, να υπάρχει γειτονιά! Τίποτα από όλα αυτά δεν συμβαίνει στο ελληνικό μοντέλο του αστυνομικού της γειτονιάς.
Κατά δεύτερον, χρειάζεται η συνδρομή των πολιτών. Είναι γνωστό πως η αστυνομία δεν επαρκεί για μια ασφαλή κοινωνία. Μια μιλιταριστική κοινωνία δεν είναι μια ασφαλής κοινωνία. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η εγρήγορση των πολιτών. Όχι η αυτοδικία. Όχι συμμορίες τύπου Guardian Angels της Νέας Υόρκης. Αλλά αυτό το πολύ απλό «έχω μια έγνοια», «ρίχνω ένα βλέμμα»...
Φυσικά, για να έχει αποτέλεσμα αυτό το «ένα βλέμμα» θα πρέπει ο πολίτης να εμπιστεύεται την αστυνομία. Θα πρέπει να μπει λοιπόν ένα τέλος στη διαφθορά και την αυθαιρεσία της αστυνομίας και ταυτοχρόνως να γίνουν σημαντικές προσπάθειες να αποκατασταθεί η σχέση μεταξύ πολίτη και αστυνομίας, αφού πρώτα γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές στο τρόπο εκπαίδευσης αλλά και στο μοντέλο αστυνόμευσης.
Διαφορετικά η εξέλιξη είναι μονόδρομος. Η ασφάλεια θα γίνει προνόμιο μόνο των πλουσίων, που θα μπορούν να την αγοράζουν μέσω ιδιωτικών εταιρειών φύλαξης, και οι γειτονιές των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων θα μεταμορφωθούν σε χομπσιανά γκέτο που θα επικρατεί ο νόμος του δυνατού.
Υπάρχει και μια τρίτη παράμετρος, αυτή της γειτονιάς και της πρόληψης σε επίπεδο χωροταξικό… Η ανάγκη να ξαναζωντανέψουν οι γειτονιές μας και να βάλουμε κάποιους κανόνες που θα τους τηρούμε… αλλά αυτό στο επόμενο άρθρο.
Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011
Μια ολόκληρη χώρα σε death row
Προσωπικά δεν γνωρίζω οικονομικά. Δεν ξέρω αν οι επιλογές της κυβέρνησης είναι σωστές ή λάθος, μηδέ μπορώ να προτείνω μια κάποια άλλη οικονομική πολιτική. Όμως γνωρίζω από ξέρω να περπατάω στο δρόμο και να παρατηρώ τους ανθρώπους, και μετά βεβαιότητας μπορώ να πω ότι η δημόσια ρητορική του πολιτικού κόσμου και των ΜΜΕ, έχουν ιδρυματοποιήσει μια ολόκληρη χώρα.
Δεκάδες νόμοι ψηφίζονται κάθε μήνα, νέα μέτρα έρχονται για να διορθώσουν του περασμένου μήνα ειλημμένα μέτρα, ενώ οι σπασμωδικές κινήσεις (ή ως έτσι εμφανίζονται) που καθοδηγούνται από την επικαιρότητα συνιστούν την εθνική μας πολιτική. Και κάθε λίγο και λιγάκι μια νέα υποβάθμιση ή μια δημοσίευση σε ξένο περιοδικό ή μια κυβερνητική διαρροή ή μία δήλωση κάποιου διεθνούς φήμης οικονομολόγου ή πολιτικού ή ηγέτη κράτους, οδηγεί σε νέα μέτρα ακόμα πιο σκληρά, τα οποία ανακοινώνονται μέσω τηλεοπτικών δεκτών, και πάντα με το δάχτυλο ορθωμένο προς τους πολίτες, ωσάν να έκαναν πάλι κάτι κακό. Και η αντίστροφη μέτρηση ξεκινάει και πάλι … Και όλα αυτά, εν ελλείψει κάποιου στρατηγικού σχεδιασμού, ενός οράματος, ενός μοντέλου διακυβέρνησης. Κι όλοι βέβαια παίζουν ακόμα με επικοινωνιακούς όρους… Σαμαράς , Παπαρήγα, Τσίπρας και Καρατζαφέρης ορθώνουν το ΟΧΙ ωσάν ο Μεταξάς το 1940, και ο Πρωθυπουργός δηλώνει ότι θα κερδίσει αυτή τη μάχη. Κι εμείς να αναρωτιόμαστε… ποιος ο εχθρός; ποια η μάχη; ποιος ο στρατηγός; Εξηγήστε μας. Διότι η μόνη σύγκρουση που βιώνουμε είναι η χομπσιανή: Όλοι εναντίων όλων.
Όχι, δεν αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει. Αυτό όμως που αντιλαμβάνομαι είναι ότι με αυτά τα δεδομένα κανένας πολίτης δεν μπορεί να σκεφτεί ορθολογικά, να εργαστεί δημιουργικά, να σχεδιάσει έστω βραχυπρόθεσμα το μέλλον του. Οι αυτοκαταστροφικές τάσεις έχουν γίνει το εθνικό μας χαρακτηριστικό. Και είναι εκ των ων ουκ άνευ ότι απολύτως κανένας δεν έχει το δικαίωμα να οδηγήσει στην αυτοχειρία έναν ολόκληρο λαό. Αποφασίστε, παρακαλούμε, από κοινού την πολιτική που θα ακολουθήσουμε και το μοντέλο διακυβέρνησης και εφαρμόστε το με συνέπεια, δίχως να τρομοκρατείτε και να οδηγείτε στην παράνοια ένα λαό απλώς και μόνο για να ικανοποιήσει ο καθένας τα αιτήματα της δικής του παράγκας, να κρύψει τις αδυναμίες και τα λάθη του και να διασώσει το πολιτικό του κεφάλαιο. Κι επί της ευκαιρίας, όταν μια γενιά ολόκληρη αποστερείται το δικαίωμα στο όνειρο, δεν είναι δα και τόσο φοβερό να έχουν οι πολιτικοί ένα κάποιο πολιτικό κόστος για τις επιλογές τους. Fair enough.
Είναι πάντως άξιο αναφοράς ότι ο Έλληνας πολίτης αποδεικνύεται πολύ πιο υπεύθυνος από τους πολιτικούς που τον εκπροσωπούν και τους θεσμούς διαμεσολάβησης.
Θα ήταν άραγε υπερβολή να υποστηρίζαμε ότι η δημόσια ρητορική των τελευταίων μηνών και οπωσδήποτε ημερών απαγορεύεται ρητά από τη Οικουμενική Διακήρυξης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, άρθρο 5;
