Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

The guilty men


Η ιστορία τους κατέγραψε ως «οι ένοχοι άντρες» (the guilty men). Ο λόγος για μια σειρά Βρετανών κορυφαίων πολιτικών στον μεσοπόλεμο. Ανάμεσά τους και ο τελευταίος πριν τον Churchill Πρωθυπουργός, ο Chamberlain, καθώς και οι Πρωθυπουργοί  MacDonald  και Baldwin, γνωστοί ως το «καθεστώς MacDonald – Baldwin.»

Η αιτία ήταν η Βρετανική πολιτική του κατευνασμού (appeasement) σε σχέση με τη ναζιστική Γερμανία. Όχι, οι προθέσεις τους δεν ήταν να προδώσουν τη χώρα τους. Απλώς ίσως να μην κατάλαβαν. Δεν κατάλαβαν πως όταν διακυβεύεται η δημοκρατία, δεν υπάρχουν περιθώρια για στρατηγικές που προτάσσουν το πολιτικό, το ατομικό ή το κομματικό όφελος έναντι του εθνικού οφέλους. Υποστήριξαν μέχρι την τελευταία στιγμή την προσπάθεια να έρθει η Βρετανία δια της διπλωματικής οδού σε συνθηκολόγηση με τη χιτλερική Γερμανία, με στόχο τη διατήρηση της ειρήνης στη χώρα τους. Το αποτέλεσμα ήταν η Βρετανία να μην έχει εξοπλιστεί καταλλήλως και να έχει χάσει την πρωτοκαθεδρία της στην αεροπορία- ο στόλος της να ήταν ο μισός από αυτόν της ναζιστικής Γερμανίας κατά την έναρξη του πολέμου.

Γιατί το έκαναν αυτό; Γιατί θεωρούσαν πως η κοινή γνώμη δεν ήθελε έναν ακόμα πόλεμο, έναν ακόμη ευρωπαϊκό πόλεμο. Όπως είχε πει ο Baldwin, «Ας υποθέσουμε ότι είχα απευθυνθεί προς τη χώρα λέγοντας ότι η Γερμανία επανεξοπλιζόταν και ότι εμείς δεν πρέπει να υστερήσουμε, υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι αυτή η ειρηνόφιλη δημοκρατία θα είχε υποστηρίξει αυτήν τη δήλωση εκείνη τη δεδομένη στιγμή; Από την πλευρά μου πάντως δεν μπορώ να φανταστώ πιο σίγουρο τρόπο για μια ήττα στις εκλογές».  Και πράγματι έτσι ήταν. Η κοινή γνώμη δεν ήθελε πόλεμο. Μέχρι που ήρθε ο Τσώρτσιλ και έπεισε, «επιστρατεύοντας την αγγλική γλώσσα και στέλνοντάς την στην μάχη», πως έπρεπε να πολεμήσουν για την Ευρώπη. Η θέση του δεν ήταν διόλου δημοφιλής, ήταν όμως η εθνικά σωστή.

Εδώ παρενθετικά να σημειώσω ότι στην εξαιρετικά σημαντική ταινία Darkest Hour η συγκινητική σκηνή στον υπόγειο όπου ο Τσώρτσιλ ρωτάει τους πολίτες αν πρέπει να παραδοθούν ή να πολεμήσουν και οι πολίτες απαντούν «να πολεμήσουμε» κι έτσι, κατά την ταινία, ο Τσώρτσιλ παίρνει τη μεγάλη απόφαση να μπει η Βρετανία στον πόλεμο, δεν έχει και πολύ μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα. Ο Τσώρτσιλ είχε πάρει την απόφαση αυτή και προσπαθούσε να πείσει Πρωθυπουργούς και βουλευτές, πολύ πριν γίνει ο ίδιος Πρωθυπουργός.

Όπως γράφει ο ίδιος άλλωστε στο βιβλίο του ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, «Κρίνοντας την πολιτική της βρετανικής κυβέρνησης, είναι λάθος να λησμονούμε το πάθος για ειρήνη, το οποίο διαπότιζε την απληροφόρητη, παραπλανημένη πλειοψηφία του βρετανικού λαού και φαινόταν να απειλεί με πολιτική εξόντωση κάθε κόμμα ή πολιτικό που τολμούσε να εκφέρει διαφορετική άποψη». Για να συνεχίσει λέγοντας: «Αυτό, βεβαίως, ουδόλως δικαιολογεί πολιτικούς ηγέτες, οι οποίοι δεν στάθηκαν στον ύψος των περιστάσεων. Είναι προτιμότερο τα κόμματα ή οι πολιτικοί να απομακρύνονται από τα αξιώματα τους παρά να θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του Έθνους»   

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Όχι πάντως για να κάνω μια ιστορική αναδρομή. Απλώς, να, αυτοί οι «ένοχοι άντρες» μου έχουν έρθει στο νου αυτές τις βδομάδες. Αυτές τις τελευταίες βδομάδες που η κυβέρνηση παίζει τα ρέστα της εξαπολύοντας μια πρωτοφανή επίθεση στους πολιτικούς της αντιπάλους, κατασκευάζοντας τη μεγαλύτερη σκευωρία στη μεταπολίτευση κατά αυτών που τους θεωρεί αντιπάλους της, πιστεύοντας πως έτσι θα κρατηθεί στην εξουσία. Αυτές τις βδομάδες που στην πραγματικότητα συντελείται ένα βραδείας καύσης κοινοβουλευτικό πραξικόπημα. Αυτές τις βδομάδες που η κυβέρνηση φλερτάρει με την εσχάτη προδοσία. Αυτές τις βδομάδες  που η μόνη διάκριση που μπορεί να υπάρξει στο πολιτικό σύστημα είναι αυτή μεταξύ δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού, μεταξύ αυτών που θέλουν να προστατεύουν τη δημοκρατία μας και αυτών που επιθυμούν την πολωνοποίηση της χώρας μας.  Αυτές λοιπόν τις βδομάδες έχουν κάνει την εμφάνισή τους διάφοροι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είτε σιωπώντας είτε πράττοντας, με πράξεις ή παραλείψεις, που ίσως «να μην καταλαβαίνουν» επίσης. Είτε γιατί προτάσσουν το ατομικό τους πολιτικό συμφέρον, είτε γιατί προτάσσουν αυτό που πιστεύουν πως είναι προς το συμφέρον του κόμματός τους, είτε γιατί ανιχνεύουν κάποιο πολιτικό κόστος στην υπευθυνότητα και δεν το αντέχουν.

Και κάπως έτσι αυτές τις βδομάδες κάποιοι υπουργοποιούνται (υπάρχει μια ακόμη ομοιότητα μεταξύ του βρώμικου ‘89 και του βρώμικου ’18: και τα δύο είχαν υπουργό Κουβέλη), κάποιοι παρέχουν υποστήριξη στη σκευωρία με δηλώσεις τους ή και τείνουν επικοινωνιακή χείρα βοηθείας, κάποιοι κρατούν ίσες αποστάσεις ουδετερότητας, κάποιοι έχουν το νου τους κάπου άλλου πχ να μην συνταχθούν στο μέτωπο ενάντια στην προσπάθεια αλλοίωσης του πολιτεύματος για να μην ταυτιστούν με άλλα αντίπαλα κόμματα κτλ κτλ κτλ.

Ναι όλα αυτά ενίοτε γίνονται. Όμως προϋπόθεση είναι οι συνθήκες κανονικότητας. Όταν το διακύβευμα είναι η ίδια η δημοκρατία, όταν η πρόκληση αφορά τον τόπο, τότε δεν υπάρχουν περιθώρια για σκέψεις κατώτερες των περιστάσεων.  

Ο καθένας βέβαια αποφασίζει φυσικά μόνος τους πως τα τοποθετηθεί απέναντι σε ιστορικές προκλήσεις. Όμως η Ιστορία δεν χαρίζεται σε κανέναν. -


* Το άρθρο αναρτήθηκε στο Capital.gr http://www.capital.gr/me-apopsi/3278577/the-guilty-men 

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Επτά χρόνια μετά: Δεν έμαθα τίποτα, δεν ξέχασαν τίποτα


Επτά χρόνια πέρασαν από τότε που συγκεντρώνονταν σε πλατείες συμπολίτες μας για να διαδηλώσουν ενάντια σε πολιτικούς και το πολιτικό σύστημα, εξαιτίας του μνημονίου και των πολιτικών λιτότητας. Πλατείες διαμαρτυρίας που όμως σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μεταμορφώθηκαν σε πλατείες μίσους, γιατί αυτό θέλησαν κάποιοι λίγοι για προσωπικό δικό τους όφελος. Πλατείες που γέννησαν τον διχασμό και τις δυνάμεις του σκότους. Πλατείες στις οποίες εκκολάφτηκε το αυγό του φιδιού που τόσο ταλαιπώρησε και ταλαιπωρεί τη χώρα και τους πολίτες. Πλατείες που γέννησαν τον εθνικολαϊκισμό και τους συριζανελ.
Επτά χρόνια πέρασαν από τότε που πολίτες εμπιστεύθηκαν τον θυμό τους για τα  μέτρα λιτότητας, σε ανθρώπους που τους έλεγαν ωραία λόγια, εύηχα, ψεύτικα, γεμάτα μίσος ( προς όσους έδιναν τη μάχη των μαχών για να σωθεί ο τόπος από την ολοκληρωτική καταστροφή), με μοναδικό στόχο το ρεσάλτο προς την εξουσία και την επιβολή καθεστώτος. Όπως και έγινε.
Η λαϊκή αποδοχή της νέας κυβέρνησης τον Ιανουάριο του 2015 έφτανε σε πρωτοφανή ύψη. Δεν ήταν καθόλου εύκολο να ασκήσεις κριτική στην κυβέρνηση δίχως να δεχθείς κύματα επιθέσεων. Σχεδόν όλοι,  λίγο ή πολύ, πίστευαν πως μια ηρωική περίοδος ξεκίναγε.

Σύντομα η πρόσκρουση στην πραγματικότητα αποκάλυψε την αλήθεια. Και η απογοήτευση των πολιτών οδήγησε σε μια κοινωνία βουβή, μια κοινωνία λυπημένη, μια κοινωνία χαμηλών ή και ανύπαρκτων προσδοκιών.

Τα χρόνια πέρασαν και σιγά σιγά η κοινωνία άρχισε να καταλαβαίνει πως εξαπατήθηκε, πως οι «παλαιοί» δεν ήταν εθνοπροδότες, και πως τα μέτρα λιτότητας ήταν ένα κόστος που έπρεπε δυστυχώς να καταβληθεί για την αποφυγή της ολοκληρωτικής καταστροφής. Με αργά βήματα ξεκίνησε η επούλωση των πληγών και η υποχώρηση του διχασμού. Η αλήθεια άρχισε να αποκαθίσταται, ο ορθός λόγος να κερδίζει έδαφος, και η κοινωνία να ξαναβρίσκει τη διάθεσή της για διεκδίκηση, τη θέλησή της να ξαναονειρευτεί και να ελπίσει, αλλά αυτή τη φορά σε μία στέρεη βάση. Δίχως ψέματα, απάτες και αυταπάτες.

Κι εκεί που πίστευες ότι  μπορεί να υπάρξει μέλλον για τον τόπο μας καθώς έπεσαν οι μάσκες των συριζανελ και η αντιπολίτευση έμοιαζε να επιθυμεί και να μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, κάνει την εμφάνισή του το Ονοματολογικό. Παλιά ιστορία κι όμως πάντα δυναμική, καθώς αφορά τους συμβολισμούς της  εθνικής ταυτότητας. 

Και σαν άλλοτε, σαν έτοιμοι από καιρό, έκαναν την εμφάνισή τους οι συνήθεις λαοπλάνοι, με πύρινους λόγους, γεμάτους μίσος και ψευτοεπαναστατικές παρόλες. Και η ανάμνηση της πλατείας ξαναζωντάνεψε.

Την εύλογη αγωνία των πολιτών που συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλονίκη καπηλεύτηκε μια επιτροπή περίεργη που αποτελούνταν από κάποιον που επονομάστηκε «πρόεδρος των Ελλήνων» και διάφορους άλλους που έβγαλαν και σχετικό ψήφισμα με το οποίο δήλωναν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν μέχρι εσχάτων το όνομα Μακεδονία. Ενώ ο κεντρικός ομιλητής στο όνομα των ενόπλων δυνάμεων έστειλε μήνυμα «μην τολμήσετε».
Ως εδώ θα έλεγε κανείς πως απλώς ξέφυγε η κατάσταση. Δεν ήταν άλλωστε λίγοι οι συμπολίτες μας που έλεγαν πως δεν άκουγαν καν τι έλεγαν οι ομιλητές καθώς η μικροφωνική δεν κάλυπτε το σύνολο του εντυπωσιακού συλλαλητηρίου. Την επόμενη μέρα όμως θα έμαθαν κι ίσως αρκετοί να θύμωσαν.

Το ζήτημα όμως άρχισε να γίνεται «στροβιλιστικό» σε σημείο να σε τρελαίνει όταν κόμματα και πολιτικοί του μέχρι εχθές μετώπου απέναντι στον εθνικολαϊκισμό θεώρησαν πως βρήκαν έτοιμο το όχημα που θα αντιμετωπίσει τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ – παρόλο που ο κυβερνητικός εταίρος, οι ΑΝΕΛ έχουν τον πρώτο ρόλο στο συλλαλητήριο. Τι παράδοξο κι αυτό! Αντί να απομονωθεί το εθνικιστικό παραλήρημα του κ. Καμμένου, γίνεται η επικρατούσα φωνή.

Πλέον στο συλλαλητήριο στην Αθήνα καλούν σχεδόν όλοι: Παμμακεδονικές οργανώσεις, η Εκκλησία, οι ΑΝΕΛ, το Πράττω (πολιτική κίνηση των Κοτζιά- Τόσκα), η Ζ. Κωνσταντοπούλου, η Χρυσή Αυγή, έφεδροι καταδρομείς, και μια κυρία (πρόεδρος των «Ελλήνων Πολιτεία») που μοιράζει αφειδώς σφαίρες. Αλλά και η ΝΔ που επίσης καλεί αλλά δηλώνει πως το συλλαλητήριο δεν αφορά το όνομα (το εθνικό ζήτημα είναι by the way να υποθέσω;), αλλά αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ που πρέπει να φύγει- είναι το γνωστό «είδα φως και μπήκα». Ο κ. Κασιμάτης πάντως που θα είναι και κεντρικός ομιλητής, ήδη μας ενημέρωσε τηλεοπτικώς για το περιεχόμενο της τοποθέτησής του, το οποίο είναι πανομοιότυπο με αυτό, τότε που, ως Σπίθα, μίλαγε για εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας μέσω των μνημονίων. Τα ίδια κατ’ουσίαν και τώρα. Ίσως να αλλάζουν κάποιες λέξεις- αντί για το μνημόνιο θα μιλάνε για το όνομα.

(επιτρέψτε μου μια μικρή παρένθεση πιο προσωπική.. θυμάμαι .. ήταν Μάιος του 2011, στην αρχή της περιόδου της πλατείας των αγανακτισμένων, στην πρώτη συγκέντρωση της Σπίθας ... όπου ο αγαπημένος όλων εθνικός μας συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης μίλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος .. για το «απόστημα που πρέπει να συντριβεί» (εμείς δηλαδή) και τη χώρα που πρέπει να καθαρίσει μια για πάντα από την κόπρο (από εμάς δηλαδή) - και το οργισμένο πλήθος να φωνάζει «έξω», «ου», «κλέφτες», «προδότες», «γουδί» και «αέρα, αέρα, να φύγει η χολέρα» (εμείς δηλαδή). Ενώ προς το τέλος, άρχισαν να τραγουδούν όλοι μαζί το «ένα το χελιδόνι» ... κι η ομορφιά με την οποία μεγαλώσαμε έγινε ασχήμια που πόνεσε φρικτά. Πέρασαν μόλις επτά χρόνια από τότε, λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω τον φόβο που ένιωσα τη μέρα εκείνη για το τι θα συμβεί στο τόπο μας- φόβος που δυστυχώς επαληθεύτηκε.)

Και το ερώτημα πλανάται. Όλα όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια δεν μας άλλαξαν καθόλου; Δεν έχουμε καταλάβει τίποτα; Οι πολιτικοί, δεν έχουν καταλάβει ότι η εργαλειακή χρήση της αγωνίας των πολιτών ενδέχεται να οδηγήσει σε πρόσκαιρο κομματικό όφελος αλλά το κόστος για τον τόπο, και άρα και για τους ιδίους τελικά, θα είναι ανεπανόρθωτο; Δεν έχουν καταλάβει ότι ο εθνικολαϊκισμός δεν είναι a la cart, ούτε το μέτωπο εναντίον αυτού; Δεν έχουν καταλάβει πως η μόνη οδός είναι η αλήθεια και ο μόνος πατριωτισμός είναι ο πραγματικά (κι όχι ο κεκαλυμμένα) εθνικός; Διότι ας μη γελιόμαστε. Τα κόμματα και οι πολιτικοί που καλούν στο συλλαλητήριο καθόλου δεν ενδιαφέρονται για την εθνική ταυτότητα και την πατρίδα μας. Προς άγρα ή διατήρηση ψήφων γίνονται όλα.

Έχω πολλές φορές προσπαθήσει να εξηγήσω το τελευταίο διάστημα από το φιλόξενο Capital ότι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι ήδη παρελθόν και σύντομα θα είναι μια θλιβερή μακρινή ανάμνηση. Πολλές φορές έχω γράψει ότι το ζήτημα είναι πια η επόμενη μέρα, η Ελλάδα Μετά. Το πώς θα διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις για την επόμενη μέρα, έχοντας όλοι μάθει από λάθη του παρελθόντος- πολίτες και πολιτικοί.

Φοβάμαι όμως πως το πολιτικό σύστημα αδυνατεί. Φοβάμαι ότι  ισχύει αυτό που είπε ο Ταλεϊράνδος για τους Βουρβώνους, δεν έμαθαν τίποτα, δεν ξέχασαν τίποτα: «δεν έμαθαν τίποτε από την καταιγίδα της επανάστασης που ξεθεμελίωσε τον παλαιό κόσμο και δεν ξέχασαν τίποτε από τις παλαιές πρακτικές που έφεραν την καταιγίδα»...

(και κάτι τελευταίο, προσωπικό επίσης. Είμαι από τη Θεσσαλονίκη. Αγαπώ την πόλη μου και την ιστορία της. Το συλλογικό ασυνείδητο της πόλης το έχω μέσα μου. Έπαιζα κι εγώ παιδί κάτω από το άγαλμα του Μεγαλέξανδρου στην παραλία, κι έχω ως παιδί ονειρευτεί λαμπρές μάχες με το βλέμμα στραμμένο στον Βουκεφάλα. Έχω σιγοτραγουδήσει περήφανα δεκάδες αν όχι εκατοντάδες φορές το «Μακεδονία ξακουστή» (όχι όμως σε νυχτερινά κέντρα με γαρύφαλλα). Παρακολουθώ σχεδόν από την αρχή το ζήτημα του ονόματος. Έχω διαβάσει όσο περισσότερο μπορούσα. Και ξέρω καλά πως κάποιοι πολιτικοί τα 25 αυτά χρόνια έκαναν αυτό που έπρεπε για να μπορούμε σήμερα να πλησιάσουμε στο σημείο μιας αποδεκτής και  εφαρμόσιμης λύσης που είναι πολύ καλύτερο από αυτό που τώρα ισχύει. Αλλά ακόμα κι αν δεν είμαστε στο σημείο αυτό (έτσι κι αλλιώς δεν γνωρίζουμε το σημείο στο οποίο είναι ο διάλογος και δεν έχω στους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ καμία εμπιστοσύνη) θέλω από τους πολιτικούς ταγούς του τόπου μου να ασκήσουν τις διπλωματικές πιέσεις που χρειάζονται ώστε να υπάρξει μια δίκαιη συμφωνία, ένα σύνθετο όνομα με γεωγραφικό προσδιορισμό, αλλά με erga omnes εφαρμογή, για χρήση έναντι πάντων, δίχως αλυτρωτισμούς και προσβολές. Με σοβαρότητα και εθνική υπευθυνότητα. Και δεν θα παρακολουθήσω μικροκομματικά παιχνίδια στο όνομα της Μακεδονίας, στο όνομα της Ελλάδας. Ένθεν κακείθεν- από την κυβέρνηση  και από  την  αντιπολίτευση.
Τον ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσω να τον πολεμάω για όσα έχει κάνει και συνεχίζει να κάνει, στην οικονομία, στους θεσμούς, στη δημοκρατία μας, στην κοινωνία, με όλες μου τις δυνάμεις. Δεν χρειάζομαι «κατασκευές» συγκρούσεων  σε εθνικά  ζητήματα  για να ηττηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τους παντός καιρού πύρινους και διχαστικούς λόγους των επαγγελματιών λαοπλάνων. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ηττηθεί για αυτά που έκανε και για αυτά που κάνει. Διαφορετικά, δεν θα ηττηθεί ποτέ. Γιατί, τι ακριβώς κερδίσαμε αν ηττηθεί σε ψήφους αλλά κερδίσει η νοοτροπία που αυτός εκφράζει ;)

«The creatures outside looked from pig to man, and from man to pig, and from pig to man again; but already it was impossible to say which was which.»

(Τα ζώα απ’ έξω κοίταζαν από γουρούνι σε άνθρωπο και από άνθρωπο σε γουρούνι και ξανά από γουρούνι σε άνθρωπο. Αλλά ήταν πια αδύνατο να αποφανθεί κανείς ποιος ήταν ποιος.)

Η Φάρμα των ζώων, Τζορτζ Όργουελ



Το άρθρο αναρτήθηκε στο Capital.gr : http://www.capital.gr/arthra/3270951/epta-xronia-meta-den-emathan-tipota-den-xexasan-tipota 

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Η κα. Μπαζιάνα και η επαναφορά της Βάρκιζας

Τη συνέντευξη της κα. Μπαζιάνα μόνο αψήφιστα δεν μπορεί να την πάρει κανείς.
Κι αυτό διότι η συνέντευξή της κηρύσσει στην πραγματικότητα την επιστροφή στη ρητορική της Βάρκιζας - το όπλο παρά πόδα. Είναι η επιστροφή στη ρητορική της ρήξης, μετά από τον στρατηγικό «συμβιβασμό».

Η κα Μπαζιάνα πράγματι, όπως το λέει, δεν έδωσε τη συνέντευξη ως σύζυγος του Πρωθυπουργού. Έδωσε όμως τη συνέντευξη ως η αριστερή προδομένη ψυχή που ζητά να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση και έχει σκοπό αυτό να το κάνει. 

Παρά τις απανωτές κωλοτούμπες και την όποια «κανονικοποίηση» επιχειρεί και επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ, με τον κ. Τσίπρα δεμένο στο περίφημο κατάρτι όπως είχε πει, η κα. Μπαζιάνα ως Χάρυβδη (για να μην πω «Σκύλλα» και παρεξηγηθούμε) επαναφέρει τη ρητορική της ρήξης καλώντας και προσκαλώντας σε νέους αγώνες. «Τίποτα δεν έχει τελειώσει» λέει στους συντρόφους της. 

«Το παλαιότερο πολιτικό προσωπικό μας συναινούσε πρόθυμα», θα πει στην αρχή της συνέντευξης δίνοντας τον τόνο («Οι πρόθυμοι για όλες τις εντολές» θα εξηγήσει λίγο παρακάτω), για να συνεχίσει μιλώντας για τους εταίρους με τη «φασιστική μπότα» που απαιτούσαν να «υποταχθούμε». Οι πρόθυμοι και οι φασίστες κατακτητές που ζητούν παράδοση από τον ελληνικό λαό είναι ο βασικός διαχωρισμός που κάνει και φυσικά αποτελεί την επαναφορά της προεκλογικής ρητορικής ΣΥΡΙΖΑ και του πρώτου εξαμήνου του 2015.

Όσο για την κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση, η κα. Μπαζιάνα ξεκαθαρίζει πως δεν αναγνωρίζει στους διαφωνούντες το δικαίωμα να μιλούν. Αυτή βέβαια η απαγόρευση αφορά «εμάς», τους άλλους. Δεν αφορά τους «δικούς της», τους εξ «αριστερών» διαφωνούντες στο όνομα των αντιμνημονιακών επαγγελιών. Σε αυτούς κλείνει το μάτι λέγοντας πως «τίποτα δεν τελείωσε», για να συμπληρώσει πως «ο πόλεμος έχει πολλές μάχες». Η Βάρκιζα που λέγαμε.

Η κα. Μπαζιάνα δεν φαίνεται να συμφωνεί με την επιλογή του κ. Τσίπρα να μετατρέψει το «όχι» σε «ναι». Όπως μας ενημερώνει, κλαίει κάθε χρόνο στην επέτειο του δημοψηφίσματος. Φαντάζομαι πως θα κλαίει εξίσου και η κα. Κωνσταντοπούλου (άλλωστε η ρητορική της κα. Μπαζιάνα έχει πολλά κοινά με τη ρητορική της κα. Κωνταντοπούλου). Στην οποία βέβαια απευθύνει πρόσκληση,  όπως και σε κάθε άλλο «σύντροφο» που αποχώρησε από το κόμμα: θα ξανασυνταντηθούμε στους αγώνες. Τι κι αν ο  Τσίπρας έχει κατηγορήσει ανοιχτά τους πρώην συντρόφους, η κα. Μπαζιάνα είναι μεγαλόψυχη. Συμβαίνουν αυτά στην αριστερά, θα πει.

Με τον κ. Τσίπρα, η κα. Μπαζιάνα είναι αυστηρή. Μπορεί να δηλώνει πως «δεν είπε ψέματα» αλλά δεν μοιάζει να είναι ευχαριστημένη με την πορεία της διακυβέρνησής του. «Να ρωτήστε το Πρωθυπουργό» είναι η απάντησή της στην ερώτηση για τη διαφθορά και τις πρωτοβουλίες Τσίπρα για την πάταξη αυτής. Δικαιολογώντας τον ίσως, θα επαναλάβει τη «ρήση» Πολάκη: ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε την κυβέρνηση,  αλλά δεν πήρε την εξουσία. Μία «ρήση» που συνιστά τον ορισμό του ολοκληρωτισμού. Η κα. Μπαζιάνα ξεκαθαρίζει πάντως πως περιμένει «την κάθαρση».

Το πιο ενδεικτικό σημείο, είναι αυτό στο οποίο εξηγεί πως η επιλογή του συμβιβασμού είναι στρατηγικού χαρακτήρα. «Η πολιτική πρέπει να λαμβάνει υπόψη το τώρα, τις ιδιαίτερες συνθήκες και να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις επιδιώκοντας τους στόχους της...», θα πει.

Τέλος, έχει ενδιαφέρον ότι στη συνέντευξη αυτή δεν υπάρχει πουθενά η Ευρώπη, δεν υπάρχει, παρά σε ελάχιστα σημεία, η Ελλάδα. Υπάρχει μόνο η Αριστερά. Ο αριστερός πολιτικός και ο αριστερός πολίτης, όπως συνεχώς τονίζει. Κλασσικά σταλινικά.

Είναι η συνέντευξη της κα. Μπαζιάνα μια συνέντευξη που απλώς αποκαλύπτει ποια είναι ιδεολογικά η ίδια ή είναι η προαναγγελία και η αποκάλυψη του στρατηγικού σχεδιασμού του Τσίπρα και της ομάδας του; Τείνω να πιστεύω πως ισχύουν και τα δύο. 

Ο κ. Τσίπρας επιθυμεί να παραμείνει στην εξουσία όσο μπορεί περισσότερο. Να εξαντλήσει  αν είναι δυνατόν  την τετραετία. Θεωρεί πως για να το πετύχει αυτό θα πρέπει να είναι ο καλύτερος φίλος των εταίρων και οικονομικών παραγόντων. Όταν όμως θα εξαντληθεί ο χρόνος και θα πρέπει να κάνει εκλογές, δεν θα μπορεί παρά να το πράξει με τη γνωστή τακτική: δημιουργώντας συνθήκες ρήξης και κρίσης. Η κα. Μπαζιάνα απλώς βιάστηκε να σαλπίσει την έναρξη.     

* Το άρθρο αναρτήθηκε εδώ: 
http://www.capital.gr/me-apopsi/3264913/i-ka-mpaziana-kai-i-epanafora-tis-barkizas 


Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Η επέτειος που δεν θα ξεχάσουμε: 29.12.2014

Σαν χθες πριν τρία χρόνια καταψηφίζεται για τρίτη φορά η πρόταση της τότε κυβέρνησης για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΔΗΜΑΡ, ΑΝΕΛ και Χρυσή Αυγή και κάποιοι ανεξάρτητοι βουλευτές ψήφισαν παρών και στην τρίτη ψηφοφορία. Υπέρ ψήφισαν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και κάποιοι ανεξάρτητοι βουλευτές. Ο Σταύρος Δήμας έλαβε 168 θετικές ψήφους και 132 παρών. Η ψηφοφορία απέτυχε και όπως ορίζει το Σύνταγμα, προκηρύχθηκαν εκλογές. Είναι γνωστά όλα αυτά, όπως και η συνέχεια.

Ακολούθησε η εκλογή της «πρώτης λαϊκής κυβέρνησης», το καταστροφικό πρώτο εξάμηνο του 2015 όπου η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ εξωθούσε τη χώρα στην έξοδο από το ευρώ, το δημοψήφισμα – στο οποίο είναι απορίας άξιο γιατί δεν αντέδρασαν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ καθώς παραβίαζε κατάφωρα τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές ενός γνήσιου  δημοψηφίσματος -, η υπερψήφιση δίχως όρους  (και δίχως δημοσιευμένα  πρακτικά από τις συζητήσεις των αρχηγών των κομμάτων στο Προεδρικό Μέγαρο) του τρίτου μνημονίου από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, οι νέες εκλογές,  η  συνεχής  επίθεση κατά των θεσμών, οι εθνικολαϊκιστικές απάτες που ονομάστηκαν αυταπάτες, το τέταρτο μνημόνιο, το μνημόνιο στο διηνεκές και η αντιαναπτυξιακή πολιτική των υπερπλεονασμάτων, η στοχοποίηση της μεσαίας  τάξης, η αναδιανομή της μιζέριας, η κοινωνία  των χαμηλών προσδοκιών, και τώρα ... η «έξοδος προς το πουθενά» με τη θεσμική ρήξη ante portas. Κι η ολοκλήρωση της καταστροφής να σε κοιτάζει κατάματα. 

Είχαν προηγηθεί βέβαια τόνοι λάσπης εναντίων των βουλευτών που θα ψήφιζαν για να εκλεγεί ΠτΔ, το μίσος, ο διχασμός της κοινωνίας, η «καμπάνια» του ΣΥΡΙΖΑ σε Ευρώπη και ΗΠΑ με σκοπό να πείσουν τους εταίρους να μην συνάψουν καμία συμφωνία με την τότε κυβέρνηση γιατί θα κέρδιζαν τις εκλογές και δεν θα αναγνώριζαν οι ίδιοι στη συνέχεια τα συμφωνημένα, και τόσα άλλα.

Και τώρα; Τι κάνουμε τώρα; Πρώτα από όλα, δεν ξεχνάμε. Δεν ξεχνάμε τι έγινε.  Δεν ξεχνάμε πώς φτάσαμε ως εδώ. Η λήθη είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για να παρασυρθούμε σε νέα απάτες και αυταπάτες που νωχελικά ήδη άρχισαν να μας γνέφουν. Και λέγοντας «δεν ξεχνάμε» δεν εννοώ σε καμία περίπτωση τη διατήρηση και αναζωπύρωση του διχασμού. Δεν υπάρχουν θύτες και θύματα σε μια κοινωνία που πέρασε από την «μεγάλη τύφλωση». Δεν ξεχνάμε αλλά κατανοούμε. Γιατί αυτά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε δεν είναι διόλου εύκολα.

Ο Στέφαν Τσβάιχ σε μια διάλεξη του στη Ρώμη στον απόηχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου («Έκκληση προς τους Ευρωπαίους», εκδ. Μελάνι) αναφέρθηκε στην ανάγκη της «ηθικής αποτοξίνωσης των λαών». Μίλησε για την περίοδο αυτή του Μεγάλου Πολέμου που έκανε «τους ανθρώπους σε όλες τις χώρες να συνηθίσουν σε πιο βίαια και έντονα συναισθήματα». Μίλησε για το «μίσος του εχθρού» που καλλιεργήθηκε και τροφοδοτήθηκε συστηματικά. Μίλησε για αυτή την «ανάγκη πολιτικής έντασης και συλλογικού μίσους (που) παρέμεινε σε λανθάνουσα κατάσταση στους κόλπους της γενιάς μας».

Κάπως έτσι μπορεί να περιγραφεί και η κατάσταση της χώρας μας στο κατώφλι της νέας χρονιάς. Το συλλογικό μίσος με το οποίο τροφοδοτήθηκε και εξακολουθεί να τροφοδοτείται συστηματικά η ελληνική κοινωνία από τους Συριζανελ θα πάρει καιρό για να δώσει τη θέση του στη συμφιλίωση - με τους εαυτούς μας, τους συμπολίτες μας και κυρίως με την αλήθεια. Οφείλουμε όμως να ξεκινήσουμε την προσπάθεια. Οφείλουμε να προχωρήσουμε. Για το μέλλον. Ακόμα κι αν μοιάζει τώρα μακρινό. Ίσως και να μην είναι.

Ο  Τσβάιχ, έχοντας ίσως συνείδηση πως οι κοινωνίες βρίσκονταν στο κατώφλι του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μίλησε για την ανάγκη «να μην σκεφτόμαστε πως θα αποκαταστήσουμε ό,τι θρυμματίστηκε, αλλά μόνο να χτίσουμε αυτό που δεν έχει πάρει ακόμα μορφή».

Μπορεί τα λόγια του Τσβάιχ τότε να είχαν πέσει στο κενό καθώς οι κοινωνίες είχαν ήδη πάρει το δρόμο τους προς τον νέο όλεθρο, σήμερα όμως ηχούν αποκαλυπτικά.

Ναι, δεν μπορούμε να αποκαταστήσουμε ό,τι θρυμματίστηκε. Μπορούμε όμως να χτίσουμε αυτό που δεν έχει πάρει ακόμα μορφή, με γνώση και επίγνωση. 


-->
Όσο για την κυβέρνηση του μίσους και της καταστροφής, σύντομα θα γίνει μια κακή ανάμνηση- διδακτική ελπίζω.

* Το άρθρο αναρτήθηκε: http://www.capital.gr/me-apopsi/3263889/i-epeteios-pou-den-tha-xexasoume-29-12-2014