Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Ποια από τις δύο Ελλάδες θέλουμε;

Μέσα σε τέσσερις μέρες είδαμε ανάγλυφα τις δύο Ελλάδες.

Η μία είναι η Ελλάδα που επισκέφτηκε ο Πρόεδρος Ομπάμα. Μια Ελλάδα που, παρά τη θλιβερή εικόνα της κυβέρνησης, είναι μια Ελλάδα εξωστρεφής. Μια Ελλάδα με ισχυρή θέση στο διεθνές στερέωμα. Μια Ελλάδα της πολιτιστικής κληρονομιάς  με εξαιρετικά μουσεία (το νέο μουσείο της Ακρόπολης) και των γραμμάτων και τεχνών με σημαντικές υποδομές  (Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος). Μια Ελλάδα με ανοιχτή κοινωνία και με πολίτες δίχως απωθημένα και κόμπλεξ που μπορούν να παρακολουθήσουν και να εκτιμήσουν τη σημασία της επίσκεψης του Προέδρου των ΗΠΑ στον τόπο μας. Μια Ελλάδα που τιμά τη δημοκρατία. Μια Ελλάδα ενήλικη που άφησε πίσω της τις ιδεοληψίες.  Αυτή ήταν η Ελλάδα της 14η και 15ης Νοεμβρίου.

Η άλλη είναι η Ελλάδα των μπαχαλάκιδων. Μια Ελλάδα παρηκμασμένη με συμμορίες τραμπούκων να καίνε ό,τι βρουν μπροστά τους. Μια Ελλάδα που δεν ανήκει στον δυτικό κόσμο. Μια Ελλάδα που απεχθάνεται τον πολιτισμό και τα γράμματα. Μια Ελλάδα με κλειστή κοινωνία καταδικασμένη να αναπαράγει εμφυλιακά στερεότυπα. Μια Ελλάδα δίχως κράτος δικαίου, με πολίτες που δεν μπορεί να τους υπερασπιστεί η πολιτεία έναντι των κακοποιών στοιχείων. Μια Ελλάδα ανώριμη. Μια Ελλάδα διχασμένη. Μια Ελλάδα που μισεί τον εαυτό της και την δημοκρατία. Αυτή ήταν η Ελλάδα της 16ης και 17ης Νοεμβρίου. 

Είναι  ολοφάνερο σε ποια Ελλάδα νιώθει πιο άνετα η κυβέρνηση. Προφανώς στην δεύτερη. Στην Ελλάδα της μιζέριας. Την Ελλάδα της εξωστρέφειας και του πολιτισμού η κυβέρνηση μας δεν μπόρεσε να την υποστηρίξει ούτε στις τυπικές διαδικασίες.

Η  εικόνα  του Πρωθυπουργού που χασμουριότανε και κοίταγε το ρολόι του ενώ ήταν σε επίσημη συνάντηση με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, δεν μαρτυρούσε τίποτα άλλο παρά το αφόρητο κόμπλεξ του. Καθόλου δεν συμφωνώ με τα σχόλια ότι ίσως να μην ήταν καλά ο Πρωθυπουργός μας. Μια χαρά ήταν. Και απόλυτα συνεπής σε αυτό που φέρει. Η στάση του σώματός του ήθελε να δείξει στο «κοινό» του πως καμία σημασία δεν δίνει στο γεγονός της επίσκεψης του προέδρου των, κατά τη ρητορική του σιναφιού τους, «φονιάδων των λαών», διατηρώντας έτσι ζωντανή την εμφυλιοπολεμική ρητορική με την οποία κυβερνά δυο χρόνια τώρα. Η όψη του θα έλεγα πως μου θύμισε τη φράση του Γκλυξμπουργκ που είχε πει πως ήταν «μουτρωμένος» στις φωτογραφίες με τους συνταγματάρχες το 1967 για να στείλει «μήνυμα αντίστασης στην δικτατορία». Καθόλου δεν θα εκπλαγώ αν κάποτε μάθουμε πως αυτή η φράση ήταν η πηγή έμπνευσης του κ. Τσίπρα για τη συνάντησή του με τον Μπάρακ Ομπάμα!

Η εικόνα άλλωστε του Πρωθυπουργού μας την επομένη μέρα κι ενώ η Ελλάδα καταστρέφονταν από τους μπαχαλάκιδες ήταν, για τα δεδομένα του, άριστη. Έβγαλε έναν λόγο στη Βουλή για τη σημασία της επετείου του Πολυτεχνείου με την γνωστή του άνεση και τον γνωστό του διχαστικό λόγο οικειοποιούμενος τους αγώνες του 1973 και συνδέοντας τους με την σημερινή συγκυρία όπου εμείς, οι άλλοι, υποθέτω είμαστε αυτοί που βλάπτουν τη δημοκρατία. Μίλησε για την τραυματισμένη δημοκρατία των μνημονίων την οποία αυτός και οι δικοί του παλεύουν να αποκαταστήσουν!

Αυτός είναι ο Πρωθυπουργός μας και αυτά θέλει. Θέλει μια Ελλάδα της απομόνωσης, του διχασμού, ένα κράτος παρία, για να μπορεί ο ίδιος να είναι πάντα ο απόλυτος κυρίαρχος. Διότι σε μια εξωστρεφή, πολιτισμένη και ακμάζουσα χώρα της προόδου και του πολιτισμού, άνθρωποι σαν τον κ. Τσίπρα δεν έχουν ποτέ πρωτεύοντα ρόλο.  

Το ερώτημα όμως δεν είναι τι θέλει ο κ. Τσίπρας, αλλά τι θέλουμε εμείς. Τι θέλουν οι Έλληνες πολίτες. Επί πολλές δεκαετίες, επί 43 χρόνια, όσα και η μεταπολίτευση, ο Έλληνας πολίτης είχε την πολυτέλεια να απολαμβάνει τα αγαθά του δυτικού πολιτισμού καταγγέλλοντάς τα. Τώρα όμως τα έφερε η μοίρα έτσι και η ψήφος του ελληνικού λαού τον Γενάρη του 2015 ώστε να έχει έρθει η ώρα να αποφασίσουμε εν πλήρει συνειδήσει ποια Ελλάδα θέλουμε και αυτή να διεκδικήσουμε και να υπερασπιστούμε. Πρέπει επιτέλους να απαντήσουμε στο ερώτημα ποιο μέλλον θέλουμε για τον τόπο μας.

Και πριν απαντήσουμε ας λάβουμε υπόψη την διαπίστωση  του Γ. Β. Δερτιλή στο βιβλίο του «Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις»:  «Η εμφυλιοπολεμική δημαγωγία οδηγεί σε δικτατορία με κουρελιασμένο μανδύα ψευδοκοινοβουλευτισμού». Η διαπίστωση του αυτή ταιριάζει δυςτυχώς και στην περίοδο που ζούμε.


* Δημοσίευση στο Capital  

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Η αισθητική είναι πολιτισμός

Η επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ, Μπάρακ Ομπαμα, στην Αθήνα εκτός όλων των άλλων πολιτικών μηνυμάτων που μπορεί να έστειλε, έστειλε και ένα έμμεσο αλλά ισχυρό μήνυμα στους Έλληνες πολίτες και ενεργοποίησε μνήμες.
Μας θύμισε τη σημασία της αισθητικής. Τη σημασία της καλαισθησίας στα κοινά. Που δεν είναι άλλο από την τήρηση αυτού που λέγεται «πρωτόκολλο».

Δύο χρόνια τώρα οι εικόνες που έρχονται από τις επίσημες κυβερνητικές δραστηριότητες πέφτουν σα σφαλιάρες στην αισθητική μας - από τον τρόπο ένδυσης αλλά και συμπεριφοράς στη Βουλή των Ελλήνων (τα πόδια πάνω στις ιστορικής σημασίας πολυθρόνες και στα τραπέζια με το ψηφιδωτό τα ποτήρια ως τασάκια) έως τα διάφορα γκαλά όπως το τελευταίο στο Μέγαρο Μαξίμου για να ξεσκάσουν λιγάκι (αξέχαστες ενδυματολογικές εικόνες), αλλά και τις επίσημες επισκέψεις σε ξένα κράτη με κορυφαίο όλων την επίσκεψη στην Κίνα.

Και ίσως να συνηθίσαμε πως η πολιτική ηγεσία του τόπου μας ντύνεται και κινείται δήθεν αντισυμβατικά προσβάλλοντας στην πραγματικότητα, με τον τρόπο, αυτό τους θεσμούς και τη χώρα που εκπροσωπούν.

Τι να πρωτοθυμηθούμε; Τα λυμένα κορδόνια στα παπούτσια τους, τα βρώμικα σακίδια, τα στενά σακάκια με το κουμπί να κρέμεται, τα lacoste μπλουζάκια σε ότι να’ ναι χρώμα σε σχέση με το κουστούμι; Ή τις επιλογές ρούχων των γυναικών του κοινοβουλίου, ρούχα πιθανώς ακριβά αλλά οπωσδήποτε παρακμιακά, απολύτως ακατάλληλα για το θεσμό που εκπροσωπούν και τον χώρο που βρίσκονται; Το θέμα της γραβάτας δεν το θίγω γιατί ο υπουργός υγείας κ. Πολλάκης μας απειλεί ότι θα μας καρυδώσει με αυτές («Καταπιείτε τη γλώσσα σας, πνιγείτε στη Χολη σας, κρεμαστείτε απ τις γραβάτες σας......» έγραψε εχθές αυτολεξεί απαντώντας στα αρνητικά σχόλια για την εμφάνιση του πρωθυπουργού δίπλα στον Μπάρακ Ομπάμα)

Για καιρό προσπαθώ να καταλάβω γιατί ντύνονται έτσι και νομίζω ότι η απάντηση έρχεται εκ του αποτελέσματος: για να συνηθίσουμε τη μιζέρια. Η οικονομική και κοινωνική μιζέρια για να επιβληθεί ολοκληρωτικά, να ριζώσει ώστε κανείς να μην αντιδρά, θα πρέπει να γίνει δεύτερη φύση και για να συμβεί αυτό θα πρέπει να αλλάξει και η αισθητική μας. Αυτό συμβαίνει. Αυτό κάνουν είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Και εν μέρει το έχουν κατορθώσει.

Κι έπειτα ήρθε ο Ομπάμα. Με το μοναδικό του στύλ που πέραν όλων των άλλων εξέπεμπε σεβασμό για την χώρα που επισκέπτονταν, μας θύμισε πως πρέπει να είναι οι εκπρόσωποι μιας δυτικής χώρας, μιας χώρας πολιτισμένης που ανήκει στην Δύση. Η αυθόρμητη σύγκριση του Ομπάμα με την πολιτική ηγεσία που τον φιλοξενούσε εκ μέρους της πατρίδας μας μόνο συναισθήματα μελαγχολίας και απόγνωσης δημιούργησε.

Δυστυχώς κάποια σχόλια που διάβασα στο διαδίκτυο που αναρωτιόντουσαν γιατί στην Ελλάδα δεν μπορούμε να έχουμε πολιτικές ηγεσίες με αυτή τη φινέτσα,  επιβεβαίωσαν τους φόβους μου για το ότι σαν κάπως να συνηθίσαμε τη μιζέρια και αποξεχαστήκαμε. Γιατί φυσικά και είχαμε. Πάντα είχαμε. Μέχρι πολύ πρόσφατα. Αλλά επιλέξαμε με φόρα αυτούς που μας εκπροσωπούν σήμερα.

Από εκεί ξεκινάν όλα. Το αν ξέρει ή δεν ξέρει αγγλικά ο πρωθυπουργός μας είναι ένα ζήτημα που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αν παραδεχόταν την ανεπάρκεια του. Το ότι στέκει (δηλαδή δεν «στέκει» γιατί κουνιέται πέρα δώθε) με ξεκούμπωτο σακάκι, σαφώς μικρότερο από το νούμερο του, με τα χέρια στην τσέπη ενώ παρακολουθεί πχ την έπαρση  της σημαίας, ή ότι κάθεται (δηλαδή δεν «κάθεται» αλλά είναι χυμένος στην πολυθρόνα του) και χασμουριέται κοιτώντας το ρολόι του ενώ έχει απέναντι του τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, είναι πολιτική επιλογή που στέλνει μηνύματα στην κοινωνία αλλά και διεθνώς για τον τόπο μας. Οποίος είδε τις σκηνές από την επίσκεψη Ομπάμα στο Βερολίνο, όπου πήγε μετά την Αθήνα, μπορεί να κάνει την αντιδιαστολή.

«Dress how you want to be addressed» (ντύσου όπως θα ήθελες να αντιμετωπίζεσαι) λέει η γνωστή φράση. Και επειδή στην προκειμένη περίπτωση αφορά την πολιτική ηγεσία του τόπου μας και άρα οι ενδυματολογικές τους επιλογές δίνουν το μήνυμα πως θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται όχι μόνο οι ίδιοι αλλά η χώρα μας, υπάρχει ζήτημα. Κορυφαίο ζήτημα. Και αυτό πρέπει να σταματήσει. Πρέπει να σταματήσει ο εξευτέλισμός του τόπου μας.

Κι αυτό ήταν κάτι που όλοι το νιώσαμε με την επίσκεψη του προέδρου Ομπάμα.



* Δημοσιεύεται στο Madame Figaro  

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Εκλογή Τράμπ: το παγκόσμιο καράβι είναι πια ακυβέρνητο

Ξύπνησα γύρω στις 7 το πρωί της Πέμπτης – για τρίτη φορά μέσα στη νύχτα – και αναζήτησα και πάλι το κινητό μου για να δω ... τι άλλο; τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών. Το πρώτο tweet που διάβασα δεν άφηνε πολλές αμφιβολίες για τα επόμενα. Έλεγε:
«America's worst nightmare was 9/11. Now it's 11/9.
The tables have turned!»
(«Ο χειρότερος εφιάλτης της Αμερικής ήταν η 9/11 (11η Σεπτεμβρίου). Τώρα είναι η 11/9 (9η Νοεμβρίου).  Οι όροι έχουν αντιστραφεί»)

Αυτό ήταν λοιπόν. Έγινε αυτό που τόσο πολύ φοβόμασταν. Και τώρα;

Για την ανάλυση των αιτιών του αποτελέσματος σίγουρα ο λόγος ανήκει στους Αμερικάνους αναλυτές.  Έχουν ήδη γραφεί πολλά κι έχουμε πολλά ακόμη να διαβάσουμε. Θα μείνω ίσως στο άρθρο του Μάικλ Μουρ που πριν ένα χρόνο είχε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θα επικρατούσε ο  Τράμπ έναντι της Κλίντον (εδώ), μολονότι το απεύχονταν. Και είχε τόσο δίκιο.

Ο ένας ήταν η μεγάλη αντιπάθεια που υπήρχε για το ζεύγος Κλιντον στις παραδοσιακά δημοκρατικές πολιτείες Μίτσιγκαν, Οχάιο, Πενσιλβάνια και το Ουισκόνσιν λόγω της «συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με τη βόρεια Αμερική». Ο δεύτερος ήταν το αντιδημοφιλές προφιλ της Χίλαρι, δικαίως ή αδίκως. Ο τρίτος ήταν η απογοήτευση των ψηφοφόρων του Σάντερς, ο τέταρτος «η πληγωμένη τιμή του λευκού Αμερικάνου» μετά την προεδρία Ομπάμα, και ο πέμπτος αυτό που αποκαλεί «ψήφος ριάλιτι»: «Εκατομμύρια Αμερικανοί θα ψηφίσουν Τραμπ. Όχι γιατί συμφωνούν μαζί του, ούτε γιατί αγαπούν το τεράστιο εγώ του, αλλά απλά από περιέργεια» έγραφε.

Και θα έλεγα πως αν προσθέσεις και την πολυπλοκότητα του εκλογικού συστήματος, καθώς η Χίλαρι επικράτησε σε ψηφοφόρους αλλά όχι και σε εκλέκτορες, ένα πρώτο συμπέρασμα για την επικράτηση του Τράμπ είναι εύκολα κατανοητό. 

Τι σημαίνει όμως επικράτηση Τράμπ; Και κυρίως τι σημαίνει επικράτηση Τράμπ για εμάς στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ελλάδα;

Για την Αμερική η επικράτηση Τράμπ σημαίνει ότι μετά από πολλές δεκαετίες ίσως οι ΗΠΑ εισέρχονται σε έναν απομονωτισμό. Έχουν πολλά δικά τους κοινωνικά θέματα να λύσουν. Η αμερικάνικη κοινωνία έχει βαθιά διχαστεί από τη ρητορική μίσους του Ντόναλντ Τράμπ, οι διαδηλώσεις κατά της εκλογής Τράμπ σημαίνουν πολλά. Πρόκειται βέβαια για έναν διχασμό που προϋπήρχε. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος σε σχετική συνέντευξή του για το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών μίλησε για μια εκλογή «ταυτότητας». Όπως είπε είναι «μία εκλογή η οποία στην πραγματικότητα συνιστά αναζήτηση ταυτότητας για την βαθιά Αμερική» (εδώ).

Αμερικάνικος απομονωτισμός όμως σημαίνει πως η Ευρώπη καλείται για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια  να αντιμετωπίσει μόνη της τις δυσκολίες της. Η υπερδύναμη που σώζει καταστάσεις σε μια Ευρώπη που αγαπά να την μισεί αλλά δίχως αυτή δεν μπορεί να τα καταφέρει στα μεγάλα θέματα ασφάλειας και άμυνας, δεν είναι αυτονόητο ότι θα εξακολουθήσει να υπάρχει.    

Σημαίνει όμως και εξαγωγή προτύπων και προβλημάτων. Το φαινόμενο Τράμπ λειτουργεί επιβεβαιωτικά και ενθαρρυντικά σε παρόμοιους Ευρωπαίους πολιτικούς που βασίζουν την ύπαρξη τους στο γκροτέσκο, στον εθνικολαϊκισμό και στη ρητορική του μίσους. Το φαινόμενο βέβαια της επέλασης των «νέων» πολιτικών που διαχωρίζονται επιθετικά και καταγγελτικά από τους «παλαιούς» πολιτικούς ενώ στην πραγματικότητα αυτός ο διαχωρισμός από όσους τον επικαλούνται δεν είναι παρά η  διακήρυξη της μη αποδοχής του «άλλου», του διαφορετικού, της  μη αποδοχής της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, είναι ήδη γνώριμο στην Ευρώπη. Η Ελλάδα άλλωστε είναι η πρώτη διδάξασα με τον κ. Τσίπρα. Και αυτό είναι ιστορικά συνεπές υπό την έννοια ότι στην ευρωπαϊκή Ιστορία πολλές νέες καταστάσεις  στην Ελλάδα πρωτοεμφανίζονται σε μια πρώιμη μορφή τους, όπως πχ  ο εμφύλιος ως πρώτη πράξη του ψυχρού πολέμου. 
  
Όμως τώρα το μοντέλο αυτό των πολιτικών παίρνει διαστάσεις ανεξέλεγκτες. Πλέον μιλάμε για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, για τον  πλανητάρχη. Άρα αφού έγινε πρόεδρος των ΗΠΑ ο Τράμπ, ποιος θα εμποδίσει την επικράτηση του Πέπε Γκρίλο, της Λεπέν κοκ;

Κι αν οι ΗΠΑ έχουν θεσμικά αντίβαρα για να ελέγξουν τον Τράμπ και να τον μεταμορφώσουν από υποψήφιο Τράμπ σε πραγματικό πρόεδρο των ΗΠΑ έστω τύποις, η Ευρώπη δεν έχει. Κι αυτό το είδαμε στην Ελλάδα ανάγλυφα που δεν είναι απλώς μια χώρα μέσα στις πολλές της Ευρωπαϊκής ηπείρου αλλά ένα κράτος μέλος της ΕΕ. Όχι μόνο το θεσμικό σύστημα της Ελλάδας αλλά ούτε της Ε.Ε. δεν κατάφερε να εμποδίσει πρόσφατες αυτοκαταστροφικές επιλογές.

Το παγκόσμιο καράβι αν δεν είναι ήδη ακυβέρνητο, κλυδωνίζεται.

Η παρέμβαση του Μάικλ Μουρ μετά το αποτέλεσμα των εκλογών όπου καλεί τον κόσμο «να σηκώσει τα μανίκια» γιατί «υπάρχουν φασίστες που πρέπει να νικήσουμε», μας αφορά όλους σε Ευρώπη και Αμερική. Μόνο που ο αντίπαλος είναι ροπές που υπάρχουν μέσα στις κοινωνίες μας. Όχι κάποιοι «εξωγήινοι». 

-->

* Δημοσιεύθηκε στο Capital   

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Τα ξεχαρβαλωμένα «τεθωρακισμένα» του ΣΥΡΙΖΑ και η κατευναστική αντιπολίτευση

Παρακολουθώντας τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών, μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ιδίως τις  ψηφοφορίες στην Ολομέλεια της Βουλής και  στην Διάσκεψη των Προέδρων, μου έρχεται στο μυαλό η αφήγηση του Ουίνστον Τσώρτσιλ για τον τρόπο προσάρτησης της Αυστρίας το 1938, μια αφήγηση κωμικοτραγικών ιστορικών γεγονότων που με είχε σοκάρει όταν την πρωτοδιάβασα για τις ευκαιρίες που χάθηκαν. Μεταφέρω:

« Το βράδυ του Σαββάτου, 12 Μαρτίου, το Ναζιστικό Κόμμα στην πρωτεύουσα είχε σχεδιάσει μια λαμπαδηφορία για να  υποδεχθεί τον ήρωα κατακτητή. Όμως δεν έφτασε κανείς.  [...] Η αιτία για την αργοπορία διέρρευσε σιγά σιγά. Η γερμανική πολεμική μηχανή είχε διασχίσει διστακτικά τα σύνορα και είχε σταματήσει κοντά στο Linz. Παρά τις ιδανικές καιρικές συνθήκες και την κατάσταση των δρόμων, τα περισσότερα άρματα μάχης είχαν υποστεί βλάβες, ενώ προβλήματα είχαν παρουσιαστεί στο αυτοκινούμενο βαρύ πυροβολικό. Ο δρόμος από το... μέχρι τη Βιέννη ήταν μπλοκαρισμένος με ακινητοποιημένα βαρέα οχήματα. [...]  Τα ελαφρά άρματα μάχης κατάφεραν να απεγκλωβιστούν και έφτασαν διασκορπισμένα στη Βιέννη τα ξημερώματα της Κυριακής. Τα τεθωρακισμένα οχήματα και το αυτοκινούμενο βαρύ πυροβολικό φορτώθηκαν σε μεταφορικά σιδηροδρομικά βαγόνια και μόνον έτσι κατάφεραν να φτάσουν εγκαίρως για την τελετή. [..] Ο Φύρερ ήταν έξαλλος με τις προφανείς ελλείψεις της πολεμικής μηχανής του. [...] Την Κυριακή ο Χίτλερ ανακοίνωσε τη διάλυση της Αυστριακής Δημοκρατίας και την προσάρτηση των εδαφών της στο Γερμανικό Ράιχ» ( Β´ΠΠ, εκδ Γκοβόστη, σελ. 165-166).

Η αφήγηση αυτή δείχνει αν μη τι άλλο πόσο εύκολο ήταν ή τουλάχιστον πόσες υψηλές πιθανότητες υπήρχαν να αναχαιτιστεί ο Χίτλερ και να αποφευχθεί ο Β’ ΠΠ, αν  Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία είχαν λειτουργήσει διορατικά και ενωμένα. Λίγες ημέρες νωρίτερα άλλωστε η Ρωσία είχε προτείνει διάσκεψη για να συζητηθεί το θέμα της γερμανικής απειλής αλλά το Παρίσι και το Λονδίνο δίστασαν. Άλλωστε τότε, ήταν στην λογική του κατευνασμού. Μάταια ο Τσώρτσιλ προειδοποιούσε. Τον θεωρούσαν πολιτικά καμένο χαρτί.

« Οι πολιτικοί δεν καλούνται μόνο για να επιλύουν εύκολα προβλήματα. Αυτά συνήθως λύνονται μόνα τους. Οφείλουν να λαμβάνουν αποφάσεις για τη σωτηρία του κόσμου, εκεί που η ισορροπία είναι ασταθής και τα μεγέθη δυσδιάκριτα»
γράφει ο Ουίνστον Τσώρτσιλ λίγο παρακάτω (σελ 205), συμπληρώνοντας  πως «αν, λόγου χάρη, ο κ. Τσάμπερλεν  όταν έλαβε τη ρωσική πρόταση απαντούσε αμέσως: ‘‘Ναι. Ας ενωθούμε και οι τρεις για να σπάσουμε το σβέρκο του Χίτλερ’’, ή κάτι παρόμοιο, το Κοινοβούλιο θα το είχε εγκρίνει, ο Στάλιν θα είχε καταλάβει και η ιστορία ίσως να είχε ακολουθήσει διαφορετική πορεία. Σίγουρα πάντως όχι χειρότερη. Απεναντίας, ακολούθησε μία παρατεταμένη σιωπή, ενώ ετοιμάζονταν να ληφθούν ημίμετρα και να γίνουν συνετοί συμβιβασμοί».

Τώρα αν με ρωτάτε γιατί η εικόνα του πολιτικού συστήματος εν έτη 2016 μου φέρνει στο νου τις κωμικοτραγικές συνθήκες προσάρτησης της Αυστρίας, η απάντηση δεν είναι δύσκολη μολονότι μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική. Η Ιστορία όμως είναι πονηρή και στέλνει μηνύματα, αν θέλουμε να τα λάβουμε.

Οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά την απόφαση του ΣτΕ μοιάζει με τα ξεχαρβαλωμένα τεθωρακισμένα που κολλάνε στη λάσπη απολύτως ανίκανα όχι μόνο να προσαρτήσουν χώρες αλλά και να φτάσουν στον προορισμό τους. Κι αν κάτι τους δίνει τη δυνατότητα να το κάνουν είναι οι διάφορες ιδεοληψίες των συμμαχικών κρατών και οι μικροπολιτικές επιλογές των ηγετών τους. Εν προκειμένω, οι πολιτικές ηγεσίες της αντιπολίτευσης.

Το σχέδιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που το απεργάζονταν επί μακρόν για καταστρατήγηση  του Συντάγματος και της πολυφωνίας με σκοπό την επιβολή του δικού τους καθεστώτος ενημέρωσης, αποκρούστηκε με τον πιο ηχηρό τρόπο μέσα από τους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά την απόφαση του ΣτΕ δείχνει να μην έχει ιδέα σχετικά με το τι πρέπει να κάνει για να προχωρήσει το σχέδιο της αλλά και για να διασωθεί. Η βαριά ήττα που έχει υποστεί είναι ο θρίαμβος της δημοκρατίας. Όλα δείχνουν πως τελείωσαν τα κόλπα τους και δεν έχει παρά να συμμορφωθεί με την πραγματικότητα. Κι όμως, δυο ψηφοφορίες (η μία στη Διάσκεψη των Προέδρων και η άλλη στην Ολομέλεια επί της νεώτερης τροπολογίας Παππά) της δίνουν το χώρο που χρειάζεται για να πάρει μια μικρή ανάσα . Τουλάχιστον  κερδίζει  χρόνο. Κι αυτό γιατί; Γιατί κάποιοι θεώρησαν πως η (αμυδρή) πιθανότητα αύξησης κομματικού ακροατηρίου είναι πιο σημαντική από τη δημοκρατία μας, την πατρίδα μας, και εν τέλει την Ιστορία.

Θέλω να ελπίζω πως τα γεγονότα δεν θα εξελιχθούν δραματικά. Πως ο δρόμος δεν έχει επιστροφή, το ρεσάλτο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στη δημοκρατία και τους θεσμούς δεν θα έχει συνέχεια, και τα πολιτικά πρόσωπα αλλά και οι θεσμοί είναι ικανοί να εμποδίσουν την άλωση της χώρας μας από αυτή την παρέα πολιτικών τυχοδιωκτών που βρίσκονται στην κυβέρνηση. Όμως τα μηνύματα της Ιστορίας ηχούν  εκκωφαντικά. Και το ερώτημα παραμένει: Γιατί τέτοια τυφλότητα του πολιτικού συστήματος;

Εύχομαι όταν θα γραφεί η Ιστορία αυτής της περιόδου να μην ειπωθεί η φράση του Τσώρτσιλ: «εκ των υστέρων,  απορώ με το χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας»

  
-->
* Δημοσιεύθηκε στο Capital