Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Αναμένοντας το τέλος

Άλλη μια βδομάδα πανομοιότυπη με τις προηγούμενες: Διαρροές για επικείμενο κλείσιμο της αξιολόγησης – Πανηγυρισμοί - Ναυάγιο στο Eurogroup/ Euroworking group - Νέα ημερομηνία ορόσημο - Και πάλι από την αρχή. Αυτό έγινε και αυτή τη βδομάδα. Όπως ακριβώς έγινε και την προηγούμενη. Και λίγο πριν. Και αυτό γίνεται επί μήνες. Κοντά χρόνο πια.

Μα τι συμβαίνει; Δεν έχουν καλές πληροφορίες οι δημοσιογράφοι εντός και εκτός της Ελλάδας; Δεν θα το λέγαμε. Δεν κάνουν σωστές εκτιμήσεις των δεδομένων οι αναλυτές εντός και εκτός της Ελλάδας; Ίσως. Αλλά ποιών δεδομένων; Όχι των τεχνοκρατικών αλλά των πολιτικών. Και συγκεκριμένα της στρατηγικής ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ή μάλλον της βαθύτερης φύσης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Οι εμπλεκόμενοι σε Ευρώπη και Ελλάδα δεν εννοούν να αντιληφθούν στην ολότητά του το φαινόμενο Τσίπρα και της παρέας του. Δεν εννοούν να καταλάβουν αυτό που από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ήταν φανερό: πως πρόκειται για μια ομάδα ανθρώπων που δεν λειτουργεί με αίσθημα ευθύνης, πως το μόνο που την απασχολεί είναι η διατήρηση της εξουσίας και η νομή της. Δεν καταλαβαίνουν πως οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ θα κάνουν το παν, θα τρώνε τις σάρκες της χώρας, για να παρατείνουν την παραμονή τους στην εξουσία. Και πως αυτή η παράταση μπορεί να επιτυγχάνεται μόνο αν η χώρα και οι πολίτες βρίσκονται συνεχώς σε μια κατάσταση αναμονής με κομμένη την ανάσα υπό τη σπάθη της ολικής καταστροφή - σε ένα καθεστώς ατέρμονου εκβιασμού: ή εμείς θα σας σώσουμε από την καταστροφή ή θα καταστραφείτε ολοσχερώς. 
Δεν είναι διόλου εύκολο να καταλάβει η Ευρώπη πως αυτό που τρομάζει την κυβέρνηση των  ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι η κανονικότητα. Αυτό είναι το χτικιό τους. Και το γνωρίζουν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Γνωρίζουν πως σε συνθήκες κανονικότητας, που οι πολίτες θα έχουν το χρόνο και το χώρο να αναλογιστούν τι συνέβη και τι συμβαίνει και να σχεδιάσουν το μέλλον, όλες οι παθογένειες της κυβέρνησης θα γίνουν ορατές και οι μέρες τους στην κυβέρνηση θα είναι μετρημένες. Γιαυτό και πότε δεν επιτρέψουν να κλείσει κανένα ζήτημα, καμία αξιολόγηση. Γιατί πολύ απλά αν κλείσει θα χάσουν το αφήγημά τους, το ακροατήριο της, την εξουσία.

Κι άλλωστε κι αν το κλείσουν, δεν θα το ξανανοίξουν; Ή μήπως το κλείσιμο της αξιολόγησης έτσι όπως τα έφεραν πια είναι η οδός για την έξοδο από την κρίση;  Όχι βέβαια. Απλώς κάνουν συλλογή μνημονίων, διατηρώντας όλα τα θέματα ανοιχτά σε μια Ελλάδα πού όχι μόνο φτωχοποιείται αλλά χάνει και τη διάθεσή της για ζωή. Ξεχνάει συν τω χρόνω πως ήταν, και οι κάποτε επιτακτικές προς εκπλήρωση επιθυμίες, τώρα έχουν γίνει αχνές αναμνήσεις μιας ζωής που λίγο θυμάσαι αν την έζησες ποτέ. Και οι έννοιες ξεφτιλίζονται. Ποιος αγωνιά πια για την αξιολόγηση και ποιος πιστεύει πως θα βγούμε ποτέ από την κρίση; Ελάχιστοι.

Και εν τω μεταξύ σέρνουν από τη μύτη την αντιπολίτευση αναγκάζοντάς την να παίζει διαρκώς στο δικό τους γήπεδο, μια και αδυνατεί να καταλάβει τι ακριβώς κάνουν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Διότι αν δεν κατανοήσεις το φαινόμενο, πως θα το αντιμετωπίσεις; Το τελευταίο δε διάστημα παίζουν με διαρροές ότι θα πρέπει να ψηφίσουν όλοι τα μέτρα (ποια μέτρα, ποιας συμφωνίας;) και τρέχει η αντιπολίτευση να δηλώσει πως δεν θα ψηφίσει πέφτοντας στην παγίδα της κατηγορίας ότι ωθεί τη χώρα στην καταστροφή κι διαμιάς από κατήγορος γίνεται κατηγορούμενος. Λες και ποτέ ζητήθηκε από την αντιπολίτευση επισήμως να ψηφίσει μέτρα – τώρα αν κάποιοι συγχέουν την περίοδο της τρικομματικής και την απαίτηση υπογραφής από τα τότε κυβερνώντα κόμματα με απαίτηση υπογραφής από την αντιπολίτευση, είναι δικό τους θέμα και ας το κοιτάξουν επιτέλους. Ταυτοχρόνως δε, εξαπολύουν την προσφιλή τους λάσπη και οι προτάσεις για εξεταστικές δίνουν και παίρνουν, στις συζητήσεις για τις οποίες η αντιπολίτευση συμμετέχει και υπερθεματίζει μην και θεωρηθεί ότι συγκαλύπτει. Ενώ κουβέντα δεν γίνεται παρά από μεμονωμένα πρόσωπα για τις καταστροφικές ευθύνες των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, για αυτές που εξελίσσονται τώρα μπροστά στα μάτια μας. Κανείς δεν μιλά για να μην θεωρηθεί πως ποινικοποιεί την πολιτική ζωή! Αλίμονο. Και τα τσιτάτα δίνουν και παίρνουν, με βουλευτές έντρομους να αναζητούν κόμματα με τα οποία θα μπορούσαν να εκλεγούν, και κόμματα να συλλέγουν υποψήφιους για αξιώματα σάμπως και αφορά κανέναν αυτό.

Και ο απλός πολίτης, εσύ, ανήμπορος να αντιδράσεις, τρέχεις να σώσεις ότι δεν σώζεται, να αλλάξεις σπίτι, να πας σε κάτι πιο οικονομικό, να αλλάξεις σχολείο στο παιδί σου, να κόψεις ότι έξοδα έχεις, να αντιμετωπίσεις την κατάρρευση της μικρής επιχείρησης που είχες ενώ η δικαιοσύνη σε καλεί να λογοδοτήσεις για τα χρέη. Αυτά τα χρέη που δημιουργήθηκαν γιατί ακριβώς έκλεισαν οι τράπεζες (δυο χρόνια τώρα) και η επιχείρηση που είχες και άντεξε τα πρώτα χρόνια της κρίση, δεν μπόρεσε να σταθεί άλλο.

«Και το μέλλον με κάποιον τρόπο δε βρισκόταν πια στη θέση του» γράφει η Σβετλάνα Αλέξιεβιτς, στο βιβλίο «Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου», κι η φράση αυτή που αφορά την περίοδο της μετάβασης από τη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν στη Ρωσία του Γκορμπατσόφ, είναι τόσο ταιριαστή στη δική μας ζωή που διαλύεται γιατί κάποιοι θέλησαν κωμικοτραγικά να μιμηθούν τον Στάλιν. Τραγική ειρωνεία.

Και τώρα τι κάνουμε εκτός από το να αποτυπώνουμε σε λέξεις το δυσοίωνο παρόν μας; Τα πάντα. Οφείλουμε να κάνουμε τα πάντα. Να αφήσουν πίσω αραχνιασμένες αγκυλώσεις, να ξαναθυμηθούμε τις ζωές μας και να τις διεκδικήσουμε και πρώτοι ας κάνουν την αρχή όσοι φέρουν τον λόγο τον πολιτικό. Το μέτωπο ορθού λόγου για έναν νέο ανένδοτο πρέπει αύριο κιόλας να γίνει πράξη. Με όσους τολμούν. Τι περιμένουμε;

* Το άρθρο δημοσιεύεται στο Capital.gr 


Ο κ. Τσίπρας δεν πάει στους Δελφούς

Ο κ. Πρωθυπουργός μας απαντώντας εχθές στην καθιερωμένη ερώτηση της Παρασκευή από τον κ. Λεβέντη -την όποια μπορούμε να την κωδικοποιήσουμε για χάρη συντομίας με τη φράση «πως πάει το θεάρεστο έργο της κυβέρνησής σας κ. Πρωθυπουργέ;» - είπε μεταξύ άλλων πως ο ίδιος δεν το «παίζει σοφός να πηγαίνει στους Δελφούς να δίνει συμβουλές», μεμφόμενος τις σημαντικές προσωπικότητες  που μετείχαν στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών και αφήνοντας φτηνές αιχμές κατά  του  πρώην Πρωθυπουργού  κ. Κ. Σημίτη.  

Δυστυχώς, θα λέγαμε, ο κ. Τσίπρας δεν πήγε στο 2ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, διότι αν είχε πάει θα είχε την ευκαιρία να ακούσει πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική οικονομία και η ελληνική κοινωνία επί των ημερών του.

Θα άκουγε, για παράδειγμα, τον κ. Κ. Σημίτη να τοποθετείται για το διαρκές φλερτ της κυβέρνησης Τσίπρα με τη δραχμή και το Grexit, λέγοντας πως «το ερώτημα αν αντέχει η χώρα την επιλογή της ευρωζώνης είναι τόσο άσχετο όσο και το ερώτημα αν αντέχει ο άνθρωπος στη ζωή. Ο άνθρωπος πρέπει να αντέξει στη ζωή αλλιώς αυτοκτονεί». Θα άκουγε επίσης τον κ. K. Σημίτη να εξηγεί πως είναι «ανέφικτες οι κυβερνητικές δεσμεύσεις για πλεονάσματα 3,5% από το 2018 και μετά», ενδεχομένως πιο ανέφικτες κι από την πιθανότητα να βγει για κοκτέιλ ο κ. Τσακαλώτος με την Σκάρλετ Γιόχανσον όπως είπε στον ελληνικό λαό από το βήμα της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής!

Αν καθόταν και στο επόμενο πάνελ ο κ. Τσίπρας, μπορεί  να άκουγε τον κ. Ευ. Βενιζέλο, να εξηγεί πως η δήθεν διαπραγμάτευση του κ. Τσίπρα δεν αφορά την αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου αλλά  το «τέταρτο μνημόνιο, με δεσμεύσεις,  χωρίς όμως τέταρτο  δάνειο». Επίσης θα άκουγε ότι «η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης έχει προ πολλού εξαντληθεί και σίγουρα η εντολή της  δεν αφορά την περίοδο μετά το τέλος του τρίτου προγράμματος».

Αλλά ο κ. Τσίπρας αποφεύγει τους χώρους που λέγονται σκληρές αλήθειες όπως και τους ανθρώπους που μιλάνε με τη γλώσσα της αλήθειας και της ευθύνης. Προτιμά να κάνει διάλογο με τον κ. Λεβέντη κάθε Παρασκευή, ο όποιος εχθές αφού του ευχήθηκε χρόνια πολλά για την εορτή του, προέτρεψε προφανώς εκ μέρους του και την αξιωματική αντιπολίτευση να υπερψηφίσει τα μέτρα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ plus. Αν είχε πάντως πάει ο κ. Τσίπρας στους Δελφούς θα είχε μάθει πως το σχέδιο της εκβιαστικής απόσπασης συναίνεσης είναι καταδικασμένο να αποτύχει, διότι όταν δεν έχεις κληθεί να συνδιαμορφώσεις μια στρατηγική, δεν έχεις λόγο  να συμπράξεις στην κοινοβουλευτική της επικύρωση. Αν και όταν φτάσουμε στο σημείο αυτό.

Τέλος, αν είχε πάει στους Δελφούς θα κατανοούσε ίσως πώς διαμορφώνονται πραγματικά οι διεθνείς συσχετισμοί και γιατί είναι ακραία ανοησία να πιστεύεις ότι θα αλλάξεις τους παγκόσμιους συσχετισμούς ώστε να μπορέσεις να παρατείνεις την παραμονή σου στην εξουσία ή να ελπίζεις πως μια ενδεχόμενη καταστροφή της Ευρώπης θα είναι η δική σου σωτηρία. Και έτσι ίσως να εμπόδιζε τον ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ κ. Κούλογλου να πει το αδιανόητο εχθές, μιλώντας στον ΣΚΑΙ, ότι «αναμενόταν πως στις Ολλανδικές εκλογές, αν έβγαινε ο ακροδεξιός, αυτό θα τους ταρακουνούσε λίγο τους Ευρωπαίους για να κλείσει η αξιολόγηση», συμπληρώνοντας για όποιον δεν το έπιασε με την πρώτη: «ήλπιζα ότι η συνολική άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη θα συνέτιζε παραπάνω τους Ευρωπαίους ηγέτες και θα έλεγαν ας κλείσουμε ένα θέμα όπως το ελληνικό που είναι μικρό»!

Αυτά είναι λίγα από αυτά θα μάθαινε ο κ. Τσίπρας αν είχε πάει στους Δελφούς. Αλλά δεν πήγε.



* Το άρθρο δημοσιεύεται στο capital.gr  

Η μετά – αλήθεια και η μετά- λιτότητα

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, κ. Δραγασάκης είναι πονηρός. Ο κ. Δραγασάκης δεν μίλησε όπως ο Πρωθυπουργός ή το alter ego του ο κ. Παππάς, που με χαρά μαθαίνουμε πως τελείωσε η περίοδος τιμωρίας και επανέκαμψε, για το τέλος της λιτότητας, πανηγυρίζοντας ψευδόμενοι ως συνήθως για τα αποτελέσματα του Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου. Ο κ. Δραγασάκης μίλησε για τη νέα «φάση» στην οποία εισερχόμαστε, τη φάση της «μετά λιτότητας» όπως την αποκάλεσε.

Η «μετά – λιτότητα» υποθέτω ότι εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της «μετά – αλήθειας» (post truth ). Όπου «μετά – αλήθεια», η λέξη που θεωρήθηκε ως η λέξη της χρονιάς, δεν είναι ακριβώς ψέμα, είναι μια διαφορετική πρόσληψη της αλήθειας, είναι η δική μου αλήθεια, εν προκειμένω της εθνικολαϊκιστικής κυβερνήσεως η αλήθεια. Είναι μια αντιστροφή της πραγματικότητας βασιζόμενη σε προκαταλήψεις, πεποιθήσεις, θεωρίες συνωμοσίας και σε ότι ευφραίνει το λαό και δίνει δυνατότητα στην κυβέρνηση για να κερδίσει λίγο χρόνο.

Τι είναι λοιπόν η «μετά- λιτότητα»; Η φάση της «μετά – λιτότητας» δεν είναι φυσικά η περίοδος που τελειώνει η λιτότητα και βγαίνουμε από την κρίση. Πώς θα μπορούσε να πει κάτι τέτοιο ο δήθεν μετριοπαθής κ. Δραγασάκης μετά από αυτή τη συμφωνία που δεν είναι παρά η επανάληψη της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου 2015 και το μόνο που υπόσχεται είναι η επανάληψη της φάρσας του καλοκαιριού του 2015 με ακόμα πιο οδυνηρά αποτελέσματα για τον τόπο μας.  Επιλέγει λοιπόν να πει πως εισερχόμαστε στη φάση της «μετά – λιτότητας», εξηγώντας πως «αντί να πάρουμε νέα μέτρα λιτότητας η συμφωνία προβλέπει ότι θα ληφθούν μέτρα τα οποία θα εξισορροπηθούν με άλλα μέτρα έτσι ώστε το δημοσιονομικό αποτέλεσμα να είναι μηδέν». Όπου το μηδενικό ή ουδέτερο δημοσιονομικό δεν αφορά τον πολίτη και το διαθέσιμο εισόδημά του που βαίνει μειούμενο, αλλά το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Με δεδομένο το στόχο ενός υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος ( 3,5 % του ΑΕΠ για τη πρώτη φάση)  και εφόσον αυτό επιτευχθεί.

Είναι άρα μια αποφατική λιτότητα. Και είναι και δεν είναι. Και δεν παίρνεις μέτρα και λαμβάνεις μέτρα, για να χρησιμοποιήσω τις λέξεις του αντιπροέδρου της κυβερνήσεως.

Και κάπως έτσι στη «μετά – αλήθεια» της εθνικολαϊκιστικής κυβέρνησης, μπορεί ο κ. Τσακαλώτος να μιλά για δέσμευση των εταίρων για ελάφρυνση του χρέους, ο κ Σπίρτζης να τάζει 14η σύνταξη, ο κ. Τζανακόπουλος να εξηγεί πως δεν θα πάρουν ούτε ένα ευρώ μέτρα, o κ. Μαντάς να λέει πως θα βγούμε στις αγορές και ο κ. Μηταφίδης να περιγράφει την Βενεζουέλα ως παράδεισο.

Δουλευόμαστε; Προφανώς. Καιρό δε τώρα. Και συγκεκριμένα οι εταίροι δουλεύουν τον Τσίπρα και ο ίδιος δουλεύει την κοινοβουλευτική ομάδα του και τον ελληνικό λαό. Διότι το μόνο που συμφωνήθηκε στο Eurogroup είναι η παράταση της εκκρεμότητας ώσπου η χώρα να αντιμετωπίσει και πάλι δραματικά διλήμματα. Έτσι και οι εταίροι έχουν το κεφάλι τους ήσυχο για να αντιμετωπίσουν τις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις στις χώρες τους, και ο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ κερδίζει χρόνο για να δημιουργήσει το νέο μέτωπο, τη νέα κοινωνική ομάδα που θα τον ακολουθήσει στο δίλημμα που θα θέσει, όταν το θέσει, με όποια μορφή το θέσει. Διότι όπως είπε και το ίνδαλμα του Τσίπρα, ο Μαδούρο σε πρόσφατη ομιλία του «δεν γνωρίζω πότε θα γίνουν εκλογές, αλλά όταν πάμε ξανά σε μια εκλογική αναμέτρηση, πρέπει πρώτα να έχουμε εξασφαλίσει τη νίκη μας».

Η μετά- αλήθεια και τα παράγωγά της είναι ένα ενδιαφέρον επικοινωνιακό κόλπο προπαγάνδας με κοντά ποδάρια όμως. Η πραγματικότητα είναι εδώ, είναι σκληρή και θα γίνει αμείλικτη αν δεν τους σταματήσουμε.


* Το άρθρο δημοσιεύεται στο Capital.gr     

Ένα μέτωπο ορθού λόγου κόντρα στον Εθνικολαϊκισμό

Η λέξη που αποτυπώνει όσο καμία άλλη την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας εδώ και δύο χρόνια είναι η λέξη «γελοιοκρατία» όπως την αποτύπωσε ο Βασίλης Παπαβασιλείου ως «νομιμοποίηση της γελοιότητος», στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών για τον Εθνικολαϊκισμό, διακρίνοντας τη γελοιότητα χωρίς αίμα από την αιματηρή γελοιότητα.  

Εδώ είμαστε λοιπόν, υπό το καθεστώς της «γελοιοκρατίας», της αιματηρής ως προς τις επιπτώσεις της γελοιότητας.

Το γελοίο βρίσκεται στον πυρήνα του εθνικολαϊκισμού, όπως και στον πυρήνα του κάθε ολοκληρωτισμού. Το γελοίο σε καθηλώνει. Το γελοίο παραλύει τη σκέψη σου. Ακυρώνει τον ορθό λόγο. Ακυρώνει το κάθε επιχείρημα, και σε απορροφά. Πώς να αντικρούσεις το γελοίο δίχως να γίνεις και εσύ γελοίος;

Αυτή είναι η δύναμη του εθνικολαϊκιστικού μορφώματος των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: η γελοιότητα. Επί δυο χρόνια τώρα βομβαρδιζόμαστε από το κυβερνητικό γελοίο αδύναμοι να το αντιμετωπίσουμε. Και η απλή γελοιότητα, η γελοιότητα χωρίς αίμα, γίνεται σιγά σιγά αιματηρή γελοιότητα. Το κόστος για τη χώρα και τους πολίτες της  είναι ήδη υπέρμετρα  μεγάλο και ολοένα αυξάνεται .

Πώς να αντιμετωπίσεις τον Καμμένο και τη στρατοκρατική  του περιβολή  κατά την άσκηση της πολιτικής εθνικής άμυνας και ασφάλειας; Τι να πεις στον Τσακαλώτο που  βρίσκει χρόνο στην πιο κρίσιμη στιγμή της δήθεν διαπραγμάτευσης να πάει να παρακολουθήσει ποδοσφαιρικό αγώνα από την σουίτα του κ. Σαββίδη; Τι επιχείρημα να αντιτάξεις στον Ζουράρη που σου λέει εν των μέσω αρχαϊζουσών  εκφράσεων πως «μέχρι το 2019 ποιος ζει ποιος πεθαίνει»;  Τι να πεις στον Σταθάκη που με εξωφρενική χαλαρότητα σου λέει πως «η ποσοτική χαλάρωση δεν ακυρώνεται, απλώς αναβάλλεται»; Και τόσα άλλα που δεν έχει νόημα να επαναφέρουμε. Τα ξέρουμε. Τα ζούμε καθημερινά.   

Και δεν έχεις τι να πεις, διότι ο εθνικολαϊκισμός με όχημα την γελοιότητα ενοχοποιεί τον ορθό λόγο. Τα επιχειρήματα του ορθού λόγου μοιάζουν να μην έχουν καμία σημασία. Παραείναι σοβαρά για να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο Συριζανελ, μοιάζουν να μην είναι αρκούντως φιλολαϊκά, να στερούνται της «αγάπης» που τρέφει ο εθνολαϊκιστής για τον λαό του – όπως ακριβώς σχολίασε δεικτικά ο Ιάσων Πιπίνης στην εκδήλωση: «Ο ποπουλισμός αγαπάει πολύ τους φτωχούς, τους αγαπάει τόσο πολύ που θέλει να τους πολλαπλασιάσει.»

Και οπωσδήποτε δεν αντιμετωπίζεται αυτό το εθνικολαϊκιστικό μόρφωμα αν παίζεις στο δικό του «γήπεδο». Νικά πάντα η αυθεντική γελοιότητα και σε οδηγεί ως υπνωτισμένο εκεί που αυτή θέλει. Στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες που έχουν κυριευθεί από τον εθνικολαϊκισμό, το τέλος της διαδρομής είναι φανερό πια και είναι το τρίπτυχο: οικονομική καταστροφή, θεσμική εκτροπή, εθνική ταπείνωση. Και η δραχμή να  μας γνέφει από πολύ κοντά πια.

Και τώρα τι κάνουμε; Νομίζω είναι επείγουσα ανάγκη να γίνει αυτό που είπε ο Ευάγγελος Βενιζέλος στην ομιλία του στην σχετική εκδήλωση: ένα μέτωπο αξιακό, ένα νέο ορθολογικό μέτωπο: «Προτεραιότητά μας πρέπει να είναι ένα μέτωπο που μπορεί να συγκροτηθεί προκαταρκτικά. Να αποτρέψει τις εξελίξεις οι οποίες είναι βλαπτικές για τη χώρα. Κι αυτό το μέτωπο είναι ένα μέτωπο αξιακό. Είναι ένα νέο ορθολογικό μέτωπο. Δηλαδή ένας νέος διαφωτισμός που χρειάζεται, ως τρόπος σκέψης. Αυτό δεν θα συγκροτηθεί αόριστα. Δεν θα συγκροτηθεί στο επίπεδο της ιδεολογίας. Θα συγκροτηθεί στο επίπεδο της οικονομικής πρότασης. Στο επίπεδο της εθνικής στρατηγικής. Το μέτωπο αυτό μπορεί να συγκροτηθεί και να αποτρέψει τις εξελίξεις τις αρνητικές αν διατυπωθεί πρόταση για τη χώρα, πρόταση εξόδου από την κρίση.»

Δεν έχουμε την πολυτέλεια και κυρίως το πολιτικό σύστημα δεν έχει την πολυτέλεια για εσωστρεφείς και αυτοναφορικές πολιτικές, ούτε  και για παιχνίδια μικροκομματικά με ευχολόγια περί «εθνικής συνεννόησης». Δεν έχει καμία σημασία πια πώς το κάθε κόμμα θα αυξήσει λιγουλάκι τη δύναμη του και ποιος θα εκλεγεί, αν εκλεγεί. Σημασία έχει μόνο η πατρίδα μας. Και πρέπει άμεσα να δημιουργηθεί αυτό το αξιακό μέτωπο ορθού λόγου απέναντι στον εθνικολαϊκισμό, απέναντι στην γελοιοκρατία. Ώστε να αποτρέψουμε το κακό που έρχεται. Ο χρόνος που απομένει είναι ελάχιστος.

Ας γίνει επιτέλους.

* Το άρθρο δημοσιεύεται στο Capital.gr