Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Αρκεί ο αποκλεισμός του Κατίδη;

Ο ποδοσφαιριστής Κατίδης, ετών 20, γεμάτος ορμή και ένα μέλλον που προδιαγραφόταν λαμπρό, επιλέγει σε μια στιγμή να δώσει τέλος στην καριέρα του, σηκώνοντας το χέρι σε ναζιστικό χαιρετισμό εν τω μέσω του γηπέδου, έχοντας μόλις σημειώσει το νικητήριο τέρμα σε έναν καθοριστικό αγώνα της ομάδας του - που μάλιστα, και λόγω ιστορικών καταβολών, έχει σαφές μέτωπο στον νεοναζισμό.

Ομοίως η Βούλα Παπαχρήστου, λίγες μέρες πριν από τη μεγάλη στιγμή της ζωής της, τη συμμετοχή της στους Ολυμπιακούς Αγώνες, επιλέγει να δώσει τέλος σε αυτήν, με 140 χαρακτήρες στο τουίτερ της.

Δεν μπορώ να δεχθώ ανενδοίαστα ότι και οι δύο αθλητές είχαν άγνοια κινδύνου. Ο Αθλητισμός έχει κανόνες και κάθε ένας που συμμετέχει στον επαγγελματικό αθλητισμό, δεν μπορεί παρά να τους γνωρίζει.

Μου κάνει επίσης εντύπωση η ευκολία με την οποία οι δύο αυτοί κορυφαίοι αθλητές, αποποιήθηκαν τα «πιστεύω» τους μόλις αντιλήφθηκαν στην πράξη τις επιπτώσεις στην καριέρα τους. Για τον Κατίδη δεν γνωρίζουμε πολλά ακόμα. Για την Παπαχρήστου, όμως, μάθαμε εκ των υστέρων πως διατηρούσε στενές σχέσεις με μέλη της Χρυσής Αυγής. Δεν πρέπει να εκπλαγούμε αν μάθουμε το ίδιο και για τον Κατίδη. Άλλωστε, η μέρα που έγινε ο ναζιστικός χαιρετισμός, η «εβραϊκή ημέρα μνήμης», δεν είναι καθόλου τυχαία. Το ερώτημα όμως παραμένει: Είναι δυνατόν να είχαν άγνοια κινδύνου οι δύο αθλητές; Δυσκολεύομαι να το δεχθώ. Ως υπόθεση εργασίας θα έλεγα πως δεν είναι διόλου απίθανο κάποιοι να προσεγγίζουν αθλητές και να τους υπόσχονται ασφάλεια και δόξα αν προβούν σε κάποιες ενέργειες σαν αυτές που έκαναν ο Κατίδης και η Παπαχρήστου. Στη συνέχεια, φυσικά, τους «κρεμάνε». Γιατί να το κάνουν αυτό; Γιατί κατασκευάζουν ήρωες που μαρτύρησαν δήθεν για τα «πιστεύω» τους. Έχει δε ενδιαφέρον που η Χρυσή Αυγή έσπευσε να οικειοποιηθεί τον «ελληνικό χαιρετισμό» του Κατίδη.

Είδαμε την εξέλιξη της Παπαχρήστου. Είναι το λάβαρο της Χρυσής Αυγής, πια. Εκπαιδεύει νέα παιδιά, όπως λένε διάφορα δημοσιεύματα, σε κατασκηνώσεις της Χρυσής Αυγής και κάπου πήρε το μάτι μου πως σκοπεύουν να την κατεβάσουν ως υποψήφια στις δημοτικές εκλογές. Κανείς δεν θα ήθελε να δει μια παρόμοια εξέλιξη για τον Κατίδη. Και κυρίως δεν θα πρέπει να δούμε κι άλλους «Κατίδηδες» κι άλλες «Παπαχρήστου».

Ο αποκλεισμός του Κατίδη είναι εκ των ων ουκ άνευ και είναι και το εύκολο μέρος της υπόθεσης. Τι γίνεται όμως από δω και πέρα; Δύο περιστατικά σε διάστημα λιγότερο του ενός έτους, είναι πάρα πολλά για να μην μας υποψιάσουν, να μην μας ενεργοποιήσουν και να μην μας κινητοποιήσουν.

Ο αποκλεισμός τους από τους αγώνες, είναι η τιμωρία μετά την πράξη. Το ζητούμενο όμως είναι η πρόληψη. Το ζητούμενο είναι να μην προβαίνει κανείς σε τέτοιες ενέργειες. Δεν πρέπει να δεχθούμε ως φυσιολογικό, οι Έλληνες πολίτες να μην γνωρίζουν και να μην έχουν εσωτερικεύσει πλήρως τι σημαίνει και πού οδηγεί η αποδοχή και η υποστήριξη του ρατσισμού και του νεοναζισμού. Και το γεγονός ότι συμβαίνει αυτό το παράδοξο, βαραίνει την Πολιτεία. Πρέπει άμεσα να μπουν κανόνες στους ιδεολογικούς μηχανισμούς τους κράτους, όπως τους αποκαλεί ο Αλτουσέρ. Αυτούς του μηχανισμούς που διαπλάθουν συνειδήσεις. Βασικός εξ αυτών, είναι το σχολείο.

Η κατάσταση στα σχολεία είναι εντόνως ανησυχητική. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι παθητικά παρατηρούμε την κατάσταση, απολύτως παραδομένοι στη μοίρα μας. Το Υπουργείο Παιδείας δημιούργησε το «Παρατηρητήριο για την πρόληψη της σχολικής βίας και του εκφοβισμού». Δεν έχει γίνει όμως το επόμενο βήμα. Δεν έχουν ληφθεί αποφάσεις και πρωτοβουλίες για το πώς θα αντιμετωπίσουμε τη σχολική βία και τη διείσδυση του νεοναζισμού στις τάξεις. Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές δεν ενημερώνονται, δεν τους παρέχεται υποστήριξη για την αντιμετώπιση αυτών των περιστατικών και κυρίως για την πρόληψή τους. Δεν γίνονται επιμορφωτικά σεμινάρια σε δασκάλους και καθηγητές, ούτε έχουν εισαχθεί μαθήματα στα σχολεία για τη συνείδηση του δημοκρατικού πολίτη. Θεωρώ δε αμφίβολο να έχει σταλεί εγκύκλιος στα σχολεία για τον τρόπο που θα πρέπει να διδάσκεται η Ιστορία και κυρίως το πρώτο μισό του 20ού αιώνα στην Ευρώπη και τις αντιπαραβολές που πρέπει να γίνονται με το σήμερα. Αυτές είναι κάποιες από τις πρωτοβουλίες που θα πρέπει να ληφθούν, ύστερα από εισηγήσεις ειδικών και σε συνεργασία με άλλες χώρες της Ευρώπης που έχουν το ίδιο πρόβλημα.

Στα θέματα της αστυνομίας δεν έχουμε κάνει καμία πρόοδο. Ενώ η κατάσταση στα ΜΜΕ είναι τραγική. Το γεγονός ότι αντιμετωπίζεται η Χρυσή Αυγή ως κανονικό κόμμα και ο τηλεοπτικός χώρος που δίνεται για την κάλυψη των ενεργειών των μελών της, έχει ολέθρια αποτελέσματα. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στη μιντιακή κάλυψη των αισχρών, δήθεν μαθημάτων Ιστορίας, από τη Χρυσή Αυγή στα δελτία ειδήσεων του Σαββάτου και στον ναζιστικό χαιρετισμό του Κατίδη.

Από κει και πέρα και τα πολιτικά κόμματα έχουν τεράστιες ευθύνες. Η κόκκινη γραμμή απέναντι στον νεοναζισμό σε αρκετά κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου, έχει αστερίσκους - για το ζήτημα Κωτούλα δεν έχει δοθεί μια πειστική εξήγηση από τον αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών, παρά τις πιέσεις από ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ- ενώ δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα το συνταγματικό τόξο απέναντι στον νεοναζισμό, που έχει ζητήσει το ΠΑΣΟΚ.

Όταν αντιμετωπίζεις τη λαίλαπα του ναζισμού, η μικροπολιτική και τα μικροκομματικά οφέλη τοποθετούνται σε δεύτερη μοίρα. Κάθε λεπτό που περνάει είναι εις βάρος της δημοκρατίας. Οφείλουμε να αντιδράσουμε άμεσα, και το οφείλουμε στα παιδιά μας. Δεν πρέπει να αντιμετωπίσουμε την οικονομική κρίση μεταθέτοντάς την στην κοινωνία ή στην πολιτεία, ως κοινωνική ή πολιτειακή κρίση.

Γι’ αυτό και το βασικό μέτωπό μας είναι απέναντι στον λαϊκισμό και στη δημαγωγία. Με μόνο σύμμαχό μας την ιστορική μνήμη.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

[Γιατί ΠΑΣΟΚ;] Για μια κανονική χώρα.


Προσωπικά δεν ανήκω στους «παραδοσιακούς ψηφοφόρους» του ΠΑΣΟΚ. Δεν είμαι αυτό που λένε «πάππου προς πάππου ΠΑΣΟΚ». Οι καταβολές μου είναι αριστερές. Εκεί, στην «προοδευτική αριστερά» που τώρα δεν υπάρχει πια.

Η επιλογή μου να στηρίξω το ΠΑΣΟΚ ενεργά ήρθε πριν λίγα χρόνια. Όταν ήταν πια ολοφάνερο το αδιέξοδο των μονοδιάστατων κινηματικών πολιτικών και των ωραίων αλλά αστήριχτων λόγων. Ενώ η καταστροφική διακυβέρνηση της ΝΔ, 2004-2009, έδειξε ολοφάνερα ότι η Ελλάδα ήταν σε κρίσιμη καμπή (δεν γνωρίζαμε πόσο) και πως υπήρχε η ανάγκη για μια ισχυρή δύναμη στο τιμόνι της χώρας.

Το 2010 ήρθε. Και η θύελλα της οικονομικής κρίσης, που είχε ξεσπάσει προ τριετίας, μέρα με τη μέρα γίνονταν και πιο ορατή. Στην διαδρομή έγιναν λάθη και παραλείψεις, αλλά η Δημοκρατική Παράταξη, αυτή η παράταξη η «δέσμια των πελατειακών σχέσεων», ανέλαβε το πολιτικό κόστος διαχείρισης και υπέρβασης της κρίσης. Μόνη της. Με όλες τις πολιτικές δυνάμεις να προσπαθούν λυσσαλέα να εκμεταλλευτούν την κατάσταση για ίδιον μικροκομματικό όφελος. Ποιος ξεχνάει το «δεν υπογράφω», το «είμαι ο αρχιτέκτονας του αντιμνημονιακού αγώνα» και τα περίφημα ισοδύναμα του Αντώνη Σαμαρά; Ποιος ξεχνάει τις κινητοποιήσεις των αγανακτισμένων και τους προπηλακισμούς των πολιτικών του ΠΑΣΟΚ, με την παρακίνηση κοινοβουλευτικών κομμάτων; Ποιος ξεχνάει το σύνθημα «η Χούντα δεν τελείωσε το 1973»; 

Το ΠΑΣΟΚ στάθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου, γνωρίζοντας πως θα  υποστεί το κόστος της σύγκρουσης. Οι συσχετισμοί έξω από την Ελλάδα ήταν εξαιρετικά δυσμενείς και εντός της χώρας τραγικά μυωπικοί. Κατασκευάστηκε το λεγόμενο «αντιμνημονιακό τόξο» που στην αρχή περιλάμβανε όλα τα κόμματα πλην του ΠΑΣΟΚ. Όλοι καλοί και ο κακός απέναντι. Πολύ βολικό για τα μικροκομματικά συμφέροντα όχι όμως και για τη χώρα. Η κρίση θα ήταν πιο ήπια αν όλα τα κόμματα συνεργάζονταν. Ποιος ξεχνάει τις τελικές διαπραγματεύσεις, το Φεβρουαρίου του 2012, όταν οι άλλες χώρες, οι δανειστές μας, απευθυνόμενοι στο ΠΑΣΟΚ και επικαλούμενοι τις δημοσκοπήσεις και τη ρητορική των άλλων κομμάτων έλεγαν: Και ποιοι είστε εσείς; Πόσους έλληνες εκπροσωπείτε; Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως είστε δύναμη του 10%; Πρέπει να υπογράψουν όλα τα κόμματα του Κοινοβουλίου.

Και ήταν αυτό το ΠΑΣΟΚ που τους έπειθε πως αρκούσε η δική του υπογραφή. Γνωρίζοντας πως οι άλλες δυνάμεις δεν θα θυσίαζαν το «πολιτικό τους κεφάλαιο» για να σωθεί η χώρα από την απόλυτη καταστροφή. Κι η δανειακή σύμβαση έκλεισε, απομακρύνοντας οριστικά τον κίνδυνο της εξόδου της χώρας από το ευρώ.

Προτού στεγνώσει το μελάνι πήγαμε σε διπλές εκλογές με το όνειρο της αυτοδυναμίας για τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ να διεκδικεί την πρωτιά υποσχόμενος προσλήψεις στο δημόσιο, αυξήσεις στους μισθούς και ακυρώσεις των μέτρων λιτότητας. Το τυφλό δίπολο στήθηκε: οι μεν έπαιζαν την ΕΡΕ και οι δε τον Τσε Γκεβάρα. Και το ΠΑΣΟΚ στη μέση να φωνάζει πως δεν πρέπει να πάμε σε δεύτερες εκλογές, πως χάνεται πολύτιμος ιστορικός χρόνος για τη χώρα, πως χρειαζόμαστε κυβερνήσεις συνεργασίας, πως η μετωπική σύγκρουση μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ θα οδηγήσει στην άνοδο της ΧΑ. Κανείς δεν άκουγε. Όλοι προσπαθούσαν να ικανοποιήσουν τα δικά τους μικροκομματικά συμφέροντα.

Και έγιναν και οι δεύτερες εκλογές. Και ευτυχώς δημιουργήθηκε η κυβέρνηση συνεργασίας. Στην γραμμή του ΠΑΣΟΚ, στη λογική της εθνικής ανάκαμψης, προσχώρησαν η ΝΔ και η ΔΗΜΑΡ. Στο αντιμνημονιακό μέτωπο έμειναν ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, η Χρυσή Αυγή και ο Καμμένος με βασικά χαρακτηριστικά: τη δημαγωγία, τον λαϊκισμό, την λάσπη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάλαβε πως δεν υπάρχει εναλλακτικός δρόμος κι έτσι ξεκίνησε τον «πόλεμο φθοράς» κατά του ΠΑΣΟΚ στο όνομα της ηθικής, με αποκορύφωμα την πρωτοφανή αλητεία με τη λίστα Λαγκάρντ. Ο ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ ενοχοποίηθηκε (παρεκτός κι αν προσχωρούσε στο ΣΥΡΙΖΑ που εμφανίζονταν ως το δήθεν ηθικό ΠΑΣΟΚ). Εκτός από τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε όπως λόγω της κρίσης είχε και να αντιμετωπίσει τη χλεύη, τον εμπαιγμό αλλά και τον τραμπουκισμό των φωνασκούντων και αειπάρθενων. Αλλά το ΠΑΣΟΚ, σε πείσμα όλων, άντεξε.

Η σκευωρία της λίστας λαγκάρντ κατέπεσε. Το φως στο τούνελ εξόδου από την κρίση διακρίνεται. Η ανύπαρκτη εναλλακτική πολιτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ  ακτινοβολεί .. εκεί ανάμεσα στα σκαλοπάτια του υπουργείου οικονομικών της Γερμανίας και στα συνέδρια του Σόρος στις ΗΠΑ. Και εν τω μεταξύ η μόνη πολιτική δύναμη που έχει καταθέσει συγκεκριμένο Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης της χώρας είναι το ΠΑΣΟΚ.     

Το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει πως τίποτα δεν μπορεί να γίνει απλά και εύκολα με μία κίνηση. Ούτε το μνημόνιο θα καταργηθεί με ένα νόμο σε ένα άρθρο, όπως υπόσχεται στο εσωτερικό της χώρας ο Αλέξης Τσίπρας,  ούτε ο ναζισμός που παίρνει εξαιρετικά επικίνδυνες διαστάσεις για τη δημοκρατία μας θα τελειώσει αίφνης με το τέλος της οικονομικής κρίσης, με ένα νόμο και ένα άρθρο. Όλα θέλουν δουλειά, υπομονή, επιμονή και συστράτευση σε ένα Εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση- οικονομικής , κοινωνικής αλλά και πολιτιστικής. Διότι προφανώς είμαστε αντιμέτωποι και με μια βαθύτατη πολιτιστική κρίση που οδηγεί στην πλήρη αμφισβήτηση του ορθού λόγου και στην κατίσχυση του γελοίου, στην αποδοχή του γελοίου ως φυσιολογικού. 

Το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής με τον Βαγγέλη Βενιζέλο οφείλει και θα εκφράσει τις πραγματικά προοδευτικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, προστατεύοντας και πάλι τους «μη προνομιούχους της εποχής». Τους πολίτες που θέλουν ένα κανονικό κράτος, μια κανονική οικονομία, μια κανονική κοινωνία. 

Η ψυχή του ΠΑΣΟΚ


Από μικρή άκουγα να μιλάνε για τη «ψυχή του ΠΑΣΟΚ» και δεν θα έλεγα ότι καταλάβαινα τι σήμαινε αυτό. Τελευταία άκουγα από παλιούς να λένε πως «το ΠΑΣΟΚ είναι η βάση κι όχι τα πρόσωπα». Μου άρεσε αυτή η φράση και την επαναλάμβανα δίχως ακριβώς να γνωρίζω καλά τι ακριβώς σήμαινε. Τις προάλλες άκουσα τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να λέει πως «το ΠΑΣΟΚ είναι εφτάψυχη γάτα που σώζει από πολιτικά ερπετά» κι ενώ γέλασα με ικανοποίηση δεν είχα καθαρή εικόνα. Και η Κυριακή ξημέρωσε και τότε είδα.

Οι τελευταίες ημέρες (αλλά και μήνες) είχαν πολύ ένταση. Αυτά που διαρρέονταν στα ΜΜΕ δεν ήταν ακριβή μεν, αλλά ένταση σαφώς υπήρχε.  Από τη μια ο όγκος δουλειάς ήταν τεράστιος κι η αγωνία περίσσευε, και από την άλλη κάποιοι θεωρούσαν πως κάνοντας θόρυβο θα κέρδιζαν και τις εντυπώσεις.

Κι ήρθε η Κυριακή. Από πολύ νωρίς στην Ιπποκράτους άρχισε να συγκεντρώνεται κόσμος. Πολύς κόσμος. Κάθε ηλικίας. Όχι δεν λειτούργησε ο περίφημος «μηχανισμός». Ο χρόνος για την διοργάνωση του διπλού μάλιστα συνεδρίου ήταν ελάχιστος για να μπορέσει να γίνει μια καλή κινητοποίηση,  οι τοπικές αλλά και η Ιπποκράτους αντιμετωπίζουν  σοβαρότητα οικονομικά προβλήματα από παλαιότερα χρόνια, και το κλίμα δεν είναι καλό για τέτοιου είδους ενέργειες – με τόση λάσπη που συστηματικά και οργανωμένα ρίχνουν στο κόμμα αυτό που είχε το θάρρος να αναλάβει την ιστορική ευθύνη εξόδου της χώρας από την κρίση αλλά και με τον τραμπουκισμό που υφίσταται   όποιος τολμά να πει δημόσια πως στηρίζει το ΠΑΣΟΚ (και το ξέρω και από προσωπικές εμπειρίες).

Και στα παραπάνω καλό είναι να αθροίσουμε τις εκατοντάδες δημόσιες παρεμβάσεις κατά του ΠΑΣΟΚ και της ηγεσίας του από πρώην κορυφαία στελέχη του που επέλεξαν να φύγουν  είτε γιατί πραγματικά διαφωνούσαν είτε γιατί θεώρησαν πως έτσι θα διασώσουν το πολιτικό τους κεφάλαιο καθώς βέβαια και τη μεγάλη πολιτική αλητεία με τη λίστα Λαγκάρντ με την οποία, πρωτοφανώς στα χρόνια του κοινοβουλευτισμού από το 1989 και πέρα, ένα κόμμα προσπάθησε να κάνει πλιάτσικο στο αντίπαλο του κόμμα εξοντώνοντας το με εν γνώσει του ψευδείς καταγγελίες.    

Την Κυριακή όμως η περίφημη «βάση του ΠΑΣΟΚ», η λεγόμενη «ψυχή του ΠΑΣΟΚ» πήρε στα χέρια της τη δημοκρατική παράταξη, και έστειλε επαναστατικό  μήνυμα: το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, ζωντανό. Τέλος με τη μιζέρια. Τέλος με το παιχνίδι με το μουντζούρη. Τέλος με το αμνό που αίρει τις αμαρτίες άλλων.

Μόνοι τους το έκαναν. Μόνοι τους βγήκαν από το σπίτι την ηλιόλουστη Κυριακή της 24ης Φεβρουαρίου και αναζήτησαν τα εκλογικά τμήματα.

Καθόμουν στις σκάλες του 2ου ορόφου και παρατηρούσα τον κόσμο που περίμενε υπομονετικά στην ουρά για να ψηφίσει. Τουλάχιστον 20 λεπτά αναμονής για να φτάσει στην κάλπη. Όρθιοι. Αλλά κανείς δεν παραπονιόταν. Και τα χαμόγελα περίσσευαν.  Τους παρατηρούσα και σκεφτόμουν πως ναι, αυτό είναι η «αναρχοαυτόνομη» ψυχή του ΠΑΣΟΚ- όπως την χαρακτήρισε ένα ιστορικό στέλεχος της παράταξης διασκεδάζοντας το απορημένο ύφος μου: δεν ξέρεις τους πασόκους, μου είπε, είναι αναρχοαυτόνομοι.

Πόσο λίγο ξέρουν αλήθεια το ΠΑΣΟΚ αυτοί όλοι που φώναζαν πως πέθανε, διαλύθηκε, καταστράφηκε; Πόσο καμία σχέση τελικά δεν έχουν με την κοινωνική του βάση.

Η Κυριακή της 24ης Φεβρουαρίου έστειλε σαφές μήνυμα ψήφου εμπιστοσύνης στη δημοκρατική παράταξη και εντολή: Πρόεδρε, άλλαξε τα όλα. Φέρε πίσω στο Κίνημα τη  ψυχή του.  Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ και δεν αποζητά καρέκλες.  Αυτά που διακυβεύονται για τη χώρα με την ύπαρξη και τη δυναμική της Δημοκρατικής Παράταξης είναι πολύ πιο μεγάλα από τις προσωπικές φιλοδοξίες των λίγων.

Και χαίρομαι αλήθεια που είμαι μέλος αυτής της οικογένειας.

[Ποια Κεντροαριστερά;] O οδηγός για την υπέρβαση του εθνικό-λαϊκισμού


Η Κεντροαριστερά  σήμερα παραπέμπει στο χώρο που καλύπτει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ της μεταπολίτευσης εξέφρασε τη δυναμική μιας πλειοψηφικής, πολυσυλλεκτικής Κεντροαριστεράς.  Και ποιοτικά, εξακολουθεί.

Το γεγονός  ότι ένα σημαντικό μέρος της κοινωνικής βάσης του ΠΑΣΟΚ επέλεξε να στεγαστεί εκλογικά στο ΣΥΡΙΖΑ δεν εντάσσει το ΣΥΡΙΖΑ στην Κεντροαριστερά. Επιπλέον, η Κεντροαριστερά δεν έχει ως ομόλογό της την κεντροδεξιά. Ιστορικά το κέντρο είναι ο άλλος πόλος σε σχέση με τη δεξιά.  

Κεντροαριστερά σημαίνει ευρωπαϊκός προσανατολισμός , αίσθηση ευθύνης ,υπεράσπιση του ορθού λόγου, σύγκρουση με τη δημαγωγία, τη συνωμοσιολογία, το λαϊκισμό. Χαρακτηριστικά, εξαιρετικά κρίσιμα στις μέρες μας.  Όπως αναλύει εύστοχα ο Taquieff, έχει εσχάτως εμφανιστεί ένας εθνικο-λαϊκισμός , που δεν είναι ούτε αριστερός ούτε δεξιός, ανάγει το λαό σε μια σωτηριολογική αρχή, θρέφεται από συνωμοσιολογικές θεωρίες  και υποδεικνύει τους «πραγματικούς εχθρούς»: τους «από πάνω», τους «τριγύρω», τους «από αλλού» και τους «κρυμμένους στο εσωτερικό του έθνους».   

Σε αυτόν τον «εθνικό-λαϊκισμό» εντάσσεται και η τεχνητή διχοτόμηση σε μνημόνιο - αντιμνημονιο που αλλοίωσε τις ιδεολογικές και αξιακές ταυτότητες και επέτρεψε όχι μόνο στους Ανεξάρτητους Έλληνες, αλλά ακόμη και στη Χρυσή Αυγή, να εφάπτονται με τους πολίτες που ανήκουν ιδεολογικά στην Αριστερά ή στην Κεντροαριστερά.

Η σκληρή οικονομική κρίση έθεσε σε δοκιμασία τον κοινωνικό συνασπισμό που εξέφρασε το ΠΑΣΟΚ και έφερε στο προσκήνιο προβλήματα ταυτότητας και στρατηγικής της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Θα πρέπει ο χώρος να ανασυσταθεί πρωτίστως κοινωνικά και παραλλήλως πολιτικά.

Η ανάγκη για ριζική επαναθεμελίωση αξιών είναι πανευρωπαϊκή. Το νέο ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης δεν θα πρέπει να είναι κρυπτοτριτοκοσμικο. Οι κευνσιάνες πολιτικές πλήρους απασχόλησης είναι η απάντηση στο φαύλο κύκλο της ύφεσης και της ανεργίας. Στο κοινωνικό κράτος δικαίου και στον πολιτικό φιλελευθερισμό δεν θα πρέπει να εισχωρούν αστερίσκοι λόγω κρίσης.  Οι νέες μορφές συμμετοχής  δεν θα πρέπει να κλείνουν το μάτι στον ακροδεξιό κίνδυνο.  

Η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης δεν θα πρέπει να  μεταθέσει την κρίση στην κοινωνία ή στην πολιτεία: ως κοινωνική ή πολιτειακή κρίση.  Μπροστά είναι η λύση, ποτέ πίσω.

Η Κεντροαριστερά είναι μια πολιτιστική επιλογή. Μια επιλογή πολυφωνίας και ποιότητας, ανεκτικότητας, κοινωνικού φιλελευθερισμού, σεβασμού του αλλού, περιβαλλοντικής ευαισθησίας. Είναι η επιλογή της αισθητική της προόδου σε αντίθεση προς την αισθητική της συντήρησης ή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού .

Και στην ερώτηση αν αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο ΠΑΣΟΣ σήμερα, η απάντηση είναι: Ναι. 

Ελλάδα - ένα κερί που καίγεται και από τις δύο πλευρές


«Μια επανάσταση που δεν στηριζόταν σε ιδέες, ήταν ενάντια στις ιδέες. Το κοινό κάθαρμα ανέλαβε την εξουσία συνοδευόμενο από τις μάζες που πανηγύριζαν» Th. Mann

Ένας ενδιαφέρον ορισμός για το φασισμό έρχεται από τον M. Lipset : Ο φασισμός είναι μια ακρότητα του κέντρου που βασίζεται στην οργή εκείνων που ήταν ανεξάρτητοι μαγαζάτορες, αγρότες, μάστορες κι άλλα μέλη της μεσαίας τάξης και βλέπουν τώρα να συνθλίβονται από τους καλύτερα οργανωμένους βιομηχανικούς εργάτες και μεγάλους επιχειρηματίες.

Σύμφωνα με τον R. Paxton, ο φασισμός άντλησε και αντλεί δύναμη από την κρίση που περνά ο φιλελευθερισμός και έρχεται ως αποτέλεσμα ενός ηθικού εκφυλισμού, υποστηρίζεται από τον όχλο που διψά για έντονες συγκινήσεις και εντέλει θριαμβεύει εις βάρος των λογικών.

»Ο φασισμός είναι μια μορφή πολιτικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από μονομανή ενασχόληση με την κοινωνική παρακμή, την ταπείνωση ή τον κατατρεγμό και από μια αντισταθμιστική προσήλωση στην ενότητα, στην ενεργητικότητα και στον εξαγνισμό»

Η άνοδος του φασισμού υποβοηθείται από την κρίση αλλά δεν οφείλεται αποκλειστικά σε αυτήν.  Όπως αναφέρει ο M. Goodwin , «ψηφίζουμε τους ναζί επειδή η Ευρώπη είναι σε ύφεση; Αυτό είναι ανοησία. Οι φόβοι για την εθνική κουλτούρα, ταυτότητα και τρόπο ζωής μετράνε περισσότερο από τις υλικές φοβίες». Ενώ ο Bernard-Henri Lévy δηλώνει πως «πίσω από τον εθνικισμό υπάρχουν τα χείριστα αντανακλαστικά ταυτότητας, οι χείριστοι σπασμοί λαϊκισμού, ακόμα και αν δεν είναι νεοναζιστικοί» 

Η «συναισθηματική λάβα» που θεμελιώνει τα φασιστικά κινήματα είναι:
o   Κρίση που μοιάζει να μην επιδέχεται παραδοσιακές λύσεις
o   Πίστη στην ανωτερότητα του λαού και θυματοποίηση αυτού.
o   Φόβος της πτώσης
o   Ανάγκη ύπαρξης κοινωνίας κι η ικανοποίηση του συναισθήματος  του «ανήκειν»
o   Ανάγκη για αδιαμφισβήτητο αρχηγό
o   Ομορφιά της βίας

Η τρίτη παράμετρος παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι όλα τα άλλα είναι λίγο πολύ γνωστά.
***
Το βασικό χαρακτηριστικό της Χρυσής Αυγής, όπως και όλων των άλλων φασιστικών οργανώσεων,  είναι ότι πρόκειται για ένα κοινοτιστικό μόρφωμα. Ο κοινοτισμός ικανοποιεί απολύτως το αίσθημα του «ανήκειν» και έρχεται ως πειστική απάντηση στο φόβο, στον «οντολογικό φόβο», στον απροσδιόριστο «φόβο της πτώσης»

Η Χρυσή Αυγή, ως κατ’ εξοχήν κοινοτιστικό μόρφωμα, προσφέρει απλόχερα την αίσθηση του «ανήκειν». Τα μέλη της ομάδας έχουν μεταξύ τους δεσμούς αίματος. Ένα παιδί, για παράδειγμα, στο σχολείο που δεν είναι δημοφιλής για οποιοδήποτε λόγο,  προσχωρώντας στη  Χρυσή Αυγή αποκτά ταυτότητα και μια ολόκληρη ομάδα προθύμων που θα τον υπερασπιστούν εάν υπάρξει ανάγκη. Ξαφνικά γίνεται δυνατός. Δεν είναι μόνος. Οργανώνει από κοινού δράσεις. Αποκτά νέα οικογένεια. Και δεδομένου το ότι η ΧΑ έχει γίνει trendy, γίνεται και δημοφιλής. Μια διαδικασία που περιγράφεται εξαιρετικά στην ταινία «Το Κύμα».

Η ΧΑ λειτουργεί με όρους υποκουλτούρας (subculture).  Έτσι λειτουργούν άλλωστε και άλλες αντισυστημικές συλλογικότητες που θέλουν να προκαλέσουν το σύστημα – από τους σκίνχεντς και τους πανκ μέχρι και τους radicals Muslims, οι ομάδες αυτές στις οποίες νέα παιδιά ενστερνίζονται την πιο άσχημη όψη του μουσουλμανισμού και ριζοσπαστικοποιούνται. Στην Αγγλία είναι ένα φαινόμενο εξαιρετικά έντονο. Δεν πρόκειται για μετανάστες αλλά για άγγλους που ίσως να μην έχουν και καμία ρίζα σε μουσουλμανικές χώρες.

Το μίσος προς έναν κοινό εχθρό είναι το βασικό συναίσθημα μεταξύ των μελών της Χρυσής Αυγής.  Και, ως γνωστόν, το μίσος είναι πιο δυνατή «συγκολλητική ουσία» από ότι είναι η αγάπη ή η ιδεολογία. Πόσο μάλλον όταν το μίσος και η βία εξυψώνονται στο όνομα της εθνικής ανδρείας. Όπως ακριβώς πράττει η Χρυσή Αυγή, και όπως έπρατταν και στο παρελθόν τα φασιστικά κόμματα. 

Δεδομένης δε της ουσιαστικής κατάρρευσης των κομμάτων που είχαν το ρόλο της ευρύτερης οικογένειας και δημιουργούσαν δεσμούς αλληλεγγύης, η ΧΑ έχει όλο το πεδίο ελεύθερο. Και δεν είναι μόνο τα κόμματα που έχουν καταρρεύσει. Και τα έθνη δεν έχουν τη στεγανή μορφή που είχαν, αλλά ούτε και οι τοπικές κοινωνίες. Ίσως μόνο οι ποδοσφαιρικές ομάδες να μπορούν να συγκριθούν με τους δεσμούς που δημιουργεί η ΧΑ αλλά αφενός πρόκειται για μια  παρωχημένη συλλογικότητα και αφετέρου οι χούλιγκανς εφάπτονται με τη ΧΑ.  

Ο φασισμός ήταν απάντηση στους φόβους του 20ου αιώνα και σε αυτούς τους φόβους υποσχέθηκε θεραπεία. Γράφει ο R. Paxton, ο φόβος απέναντι στον ατομικισμό και στην κατάρρευση του κοινωνικού συνόλου, απέναντι σε εθνικούς εχθρούς, απέναντι στο φόβο της παρακμής ενός Έθνους. 

Το μήνυμα που έστελναν οι φασίστες είναι ότι το δημοκρατικό κράτος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στους φόβους  και ότι μόνο οι φασίστες είναι αρκετά σκληροί ώστε να σώσουν το έθνος. Ταυτοχρόνως προέβαλαν φρέσκα πρόσωπα με «καθαρά από σκάνδαλα χέρια» σε ένα κόσμο κουρασμένο από το γερασμένο κράτος που δεν κατάφερνε να βάλει σε τάξη τα πράγματα.

Όπως ακριβώς συμβαίνει και τώρα, απέναντι στους φόβους του 21ου αιώνα. Σε μια Ελλάδα που χάνει έδαφος και κεκτημένα, σε ένα πολιτικό σύστημα που μοιάζει να μην μπορεί να διαχειριστή την κρίση άμεσα, έρχονται οι σκληροί της Χρυσής Αυγής, υπόσχονται λύση, προσφέρουν βοήθεια και προστασία. Κοινοβουλευτικά η παρουσία τους είναι αντισυστημική. Εσκεμμένα δεν ακολουθούν τους κανόνες του Κοινοβουλίου και προσβάλουν τη Βουλή, που αμήχανα τους παρακολουθεί. 

Προσπαθούν να δείξουν ότι δεν έχουν σχέση με τους άλλους πολιτικούς και πως η Δημοκρατία είναι 
αδύναμη να τους αντιμετωπίσει και άρα ανίκανη να αντιμετωπίσει  τα προβλήματα των πολιτών.

Η Χρυσή Αυγή, σε αυτή την ρευστή πραγματικότητα που ζούμε, προσφέρει ασφάλεια.  Ενίοτε προσφέρει και χρήματα και υπόσχεται και δουλειές. Και όπως εύγλωττα περιγράφει ο R. Paxton, ο Χίτλερ υποσχέθηκε δουλειές σε όλους και ίσως και να το κατάφερε, αλλά δεν τους είχε πει ποιο θα ήταν το τίμημα.

Κι εδώ είναι το ζήτημα. Όλοι πρέπει να αναλογιστούμε ποιο θα είναι το τίμημα αυτής της αναζήτησης της ασφάλειας. Διότι δεν είναι υπάρχει πιο επικίνδυνο μονοπάτι από αυτό της αναζήτησης της ασφάλειας. Πραγματικά ασφαλής είναι αυτός που είναι κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο.  Στις δυτικές δημοκρατίες η ασφάλεια βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση με την ελευθερία. Οι δυτικές δημοκρατίες δεν προσφέρουν ασφάλεια. Αντιθέτως, στις δυτικές δημοκρατίες είναι δεδομένη η «κοινωνία του ρίσκου» (risk society).

Προαπαιτούμενο για την άνοδο ενός φασιστικού κόμματος είναι να μην αντιληφθούν εγκαίρως οι πολίτες το τίμημα της ασφάλειας. Να μην φοβηθούν πως η φασιστική βία μπορεί  να στραφεί και εναντίον των φιλήσυχων πολιτών.

Η φασιστική βία γίνεται αντιληπτή από τους φιλήσυχους πολίτες ως κάτι απαραίτητο που πρέπει να το ανεχθούν προκειμένου να έχουν όλα τα άλλα αγαθά. Ιστορικά  τα φασιστικά κινήματα δεν θα είχαν αναπτυχθεί χωρίς την ανοχή των απλών ανθρώπων και των πολιτικών ελίτ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Νύχτα των Κρυστάλλων. Το βράδυ εκείνο του 1938 δεν καταστράφηκαν μόνο μαγαζιά εβραίων αλλά και «αρείων» γερμανών. Όμως δεν αντέδρασαν. Όπως δεν αντέδρασαν οι δικαστικές αρχές, οι πολιτικές αρχές ή οι θρησκευτικές. Το ίδιο δεν συμβαίνει και στην Ελλάδα; Το διήμερο των επιθέσεων, για παράδειγμα, στην Μιχαήλ Βόδα, οι φασίστες δεν έσπασαν μόνο μαγαζιά αλλοδαπών αλλά και ελλήνων. Δεν διαταράχθηκαν μόνοι οι ζωές των αλλοδαπών αλλά και των ελλήνων. Όμως δεν αντέδρασε κανείς από τους κατοίκους. Η βία έγινε ανεκτή ως αναγκαίο κακό ώστε να εξασφαλιστεί η απαραίτητη ασφάλεια και ήταν και κοινωνικά νομιμοποιημένη από τη στιγμή που στράφηκε κατά  ενός δαιμονοποιημένου εσωτερικού εχθρού μας. Στην προκειμένη περίπτωση εναντίων των μεταναστών. Τότε, εναντίων των Εβραίων. Η βία αυτή όμως στρέφεται και κατά του «αποτυχημένου» κράτους, των πολιτικών, των θεσμών και τις δημοκρατίες.  Στην Ελλάδα, όπως και στη Βαϊμάρη τότε.

Η ΧΑ κινείται έξυπνα. Δεν δείχνει σημάδια ότι μπορεί αυτή η βία κάποτε να στραφεί και κατά της φιλήσυχης μεσαίας τάξης. Οι επιθέσεις της είναι κυρίως συμβολικές και στοχευμένες.  Όμως δεν θα αργήσει αυτή η στιγμή που θα στραφεί εναντίων όλων. Ξεκίνησε από μετανάστες, στράφηκε κατά των ομοφυλόφιλων, έπειτα κατά των πολιτικών, των δημοσιογράφων, των καλλιτεχνών που αρθρώνουν διαφορετική άποψη. Και τα χειρότερα έπονται.  Πάντα έτσι γίνεται. Όσο πιο αργά γίνει αντιληπτό, τόσο πιο μεγάλο θα είναι το κακό και δύσκολη η αντιστροφή του.

***

Ας πάμε όμως λίγο πιο πίσω. Η Χρυσή Αυγή είναι η απάντηση στην ανάγκη για ασφάλεια. Η ΧΑ ήρθε να καλύψει το κενό που υπήρχε. Δεν το δημιούργησε το κενό και τις προϋποθέσεις.

Από καιρό είχαμε εντοπίσει τον εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας. Κι όταν λέμε εκφασισμό εννοούμαι τη βία ή την ανοχή στη βία, τη μη ανοχή στη διαφορετικότητα,  την δημιουργία εσωτερικών εχθρών οι οποίοι θεωρούνται ως οι υπεύθυνοι για όλα τα κακά κι όλα τα κρίματά μας. Αυτό που δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε είναι το ΠΟΙΟΣ θα ικανοποιήσει αυτή την ανάγκη, ΠΟΙΟΣ θα εκπροσωπήσει αυτό το ρεύμα.

Ήταν σαφές πως ο Καρατζαφέρης δεν ήταν ο άνθρωπος. Το ΛΑΟΣ ήταν ένα μετριοπαθές κόμμα και ο Πρόεδρος του όσο και να προσπαθούσε δεν έπειθε.

Για τη Χ.Α. υπήρξαν επιφυλάξεις, όχι επειδή δεν έμοιαζαν  ικανοί, και ο Χίτλερ ηλίθιος («idiot») θεωρούνταν, αλλά λόγω των ισχυρών ταμπού της ελληνικής κοινωνίας απέναντι σε χουντικά κόμματα. Η βία της Χρυσής Αυγής ήταν περιθωριακή και συμμορίτικη. Συγκρούονταν  μόνο με αναρχικούς και που και που επιτίθονταν κάποιον μετανάστη.  Κάτι που δεν  αφορούσε τον πολύ κόσμο. Δεν μπορούσε να ενώσει και να συνεπάρει μεγάλες ομάδες πληθυσμού.

Το καίριο ερώτημα είναι ΠΟΤΕ και ΓΙΑΤΙ η ΧΑ φεύγει από το περιθώριο, νομιμοποιείται και απενοχοποιείται κοινωνικά

Εδώ, σύμφωνα με τη δική μου μελέτη, υπάρχουν κάποιοι κρίσιμοι σταθμοί. Έχει σημασία να τονιστεί πως ούτε καταδικάζουμε τις δράσεις που νομιμοποίησαν τη Χρυσή Αυγή, ούτε δικαιολογούμε τη δράση της. Ο στόχος είναι η κατανόηση για την από κοινού αντιμετώπιση.

Ένας πρώτος σταθμός είναι σίγουρα ο Δεκέμβρης του 2008. Τότε για πρώτη φορά, η βία που υπέβοσκε στην ελληνική κοινωνία εκφράστηκε και εκφράστηκε άγρια. Δεν ήταν η επανάσταση των αναρχικών των Εξαρχείων. Ήταν η μαζική και τυφλή αντίδραση της μεσαίας τάξης. Ήταν τα παιδιά αυτά των ακριβών σχολείων που ένιωθαν να χάνεται η γη από τα πόδια τους, που βγήκαν στο δρόμο για να φωνάξουν.  Εκεί φάνηκε πως δεν υπήρχε δύναμη να συγκρατήσει τον όχλο. Λίγο αργότερα, η οργή εκείνη κρύφτηκε, αλλά δεν εξαλείφθηκε, λόγω των νέων φόβων που προστέθηκαν- ο φόβος της τρομοκρατίας και ο φόβος από την επιδείνωσης της κρίσης.  Όμως το 2008 έδωσε το μήνυμα: η ελληνική κοινωνία είχε περάσει σε άλλο στάδιο, ήταν έτοιμη για τα πάντα. Η Δημοκρατία αμφισβητούνταν. Πολλοί είδαν τα γεγονότα του 2008 και αρκετοί τα κατάλαβαν αλλά δυστυχώς όχι αυτοί που είχαν την συντεταγμένη αρμοδιότητα. Η Χ.Α. είδε στα γεγονότα του 2008 τη φοβισμένη μεσαία τάξη που ήθελε να κερδίσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ είδε την οργή των νέων παιδιών ως πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί.

Κύλισε ο καιρός δίχως να λαμβάνεται κανένα μέτρο και η κατάσταση επιδεινώνονταν. Η ΧΑ είχε καταφέρει ήδη να κατακτήσει μια γειτονιά, τον Αγ. Παντελεήμονα. Τότε ήμασταν πολλοί αυτοί που λέγαμε πως αν δεν τους σταματήσουμε τώρα, αν δεν ελέγξουμε την περιοχή δεν θα μπορούμε να τους σταματήσουμε μετά. Όμως η περίοδος ήταν κάθε άλλο παρά ομαλή. Και η αλήθεια είναι πως το κράτος (όχι η κυβέρνηση, αλλά το κράτος) δεν θεωρούσε εχθρό τη Χ.Α. Από την άλλη οι αριστερές δυνάμεις, έριχναν λάδι στη φωτιά με τα ραντεβού για μετωπικές συγκρούσεις.

Η μέρα σταθμός που έδωσε στη ΧΑ τη δυνατότητα να βγει από τις κρυψώνες της και να αρθρώσει πρόταγμα που μας αφορούσε τη μεσαία τάξη ήταν η Μαρφίν, το 2010.

Η Μαρφίν και ο τρόπος που χειρίστηκε η πολιτεία το τραγικό συμβάν της απώλειας τεσσάρων ανθρώπων  έδωσε στη Χ.Α. τη δυνατότητα να βγουν μπροστά και να αναλάβουν εργολαβικά την υπεράσπιση των αθώων θυμάτων. Το λάθος της κυβέρνησης δεν ήναι μόνο ότι δεν προστάτευσε τις ζωές των ανθρώπων, αλλά και ότι μετά έκανε πως δεν συνέβη τίποτα από τον φόβο να μην ποινικοποιηθεί το λαϊκό αριστερό κίνημα. Και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ποιούσε τη νήσσα, φοβούμενος ότι τυχόν καταγγελία του εγκλήματος θα τον έθετε ενώπιο κάποιων ευθυνών του. Εξάλλου γενικά ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μια αδυναμία να καταγγείλει τη βία που συνοδεύει τη διαμαρτυρία. Η Μαρφίν ξεχάστηκε την επόμενη ημέρα. Όχι από όλους. Πίσω από και πάνω στα λουλούδια που άφηναν οι περαστικοί, το φασιστικό κίνημα οργανώνονταν. Σταμάτησαν να δέρνονται στις γωνίες με τους αναρχικούς. Πλέον, συγκεντρώνονταν καθημερινά έξω από την τράπεζα, στη Σταδίου, και  πατώντας πάνω στη μεγάλη αυτή ντροπή για τη χώρα μας, προπαγάνδιζαν.

Δεύτερος σταθμός: Κερατέα. Εκεί έγινε ο μεγάλος συμβιβασμός μεταξύ ακροδεξιών/ χρυσαυγιτών και αναρχικών/αριστεριστών. Εκεί νομιμοποιήθηκε η βία της ΧΑ υπό την αίρεση να είναι εναντίον του «κακού» κράτους. Εκεί η φασιστική βία βαφτίστηκε πολιτική βία. Οι ευθύνες βαραίνουν φυσικά την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ - ο ανένδοτος υπουργός που ζήταγε να λυθεί το θέμα της Κερατέας μέσω ΜΑΤ που είχαν την εντολή να δέρνουν τον κόσμο. Το «πολέμησα κι εγώ στην Κερατέα» προσέφερε συγχωροχάρτι στους φασίστες. 

Τρίτος σταθμός: Αγανακτισμένοι. Λίγο πριν όμως υπάρχει ένας ενδιάμεσος σταθμός που έπαιξε σημαντικό ρόλο: η δολοφονία Καντάρη. Άλλη μια δολοφονία που ξεχάστηκε. Άλλη μια δολοφονία που την ανέλαβε εργολαβικά η Χ.Α. Τα αντανακλαστικά όχι μόνο του κράτους αλλά όλων, και των ΜΜΕ, ήταν θλιβερά. Εκείνη την περίοδο είχαμε στην Ελλάδα την εμφάνιση του πρώτου «ηθικού πανικού» (moral panic) της μεταπολίτευσης.

Σύμφωνα με τις θεωρίες των κοινωνιολόγων οι ηθικοί πανικοί δημιουργούνται «από πάνω» από την άρχουσα τάξη και στη συνέχεια σχηματίζεται μια καταναγκαστική συναίνεση (coercive consensus) προς ένα σκληρό κράτος. Στην περίπτωση τη δική μας όμως είχαν δύο ηθικούς πανικούς- ο ένας «από πάνω» εναντίων των φασιστών που ξεκίνησαν πογκρόμ κατά των μεταναστών κι άλλος «από κάτω» από τη βάση κατά των μεταναστών και της ανομίας. Επιβλήθηκε ο δεύτερος από τους πολίτες. Και καθώς το κράτος δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την ανάγκη των πολιτών για ένα σκληρό κράτος, στράφηκαν κατά του ίδιου του κράτους λίγα μέτρα πιο πέρα από το τραγικό συμβάν και μόλις τρείς βδομάδες μετά. 

Το κάλεσμα για Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα ήρθε από τα ακροδεξιά και χρυσαυγίτικα sites. Αυτός ήταν και ο πρώτος πυρήνας που στήθηκε εκεί. Στη συνέχεια ακολούθησε πλήθος ανθρώπων διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι ήταν και μέλη της ευρύτερης Χρυσής Αυγής εκεί, κρατώντας ελληνικές σημαίες, μουντζώνοντας τους θεσμούς, στήνοντας κρεμάλες, ενώ τριγύρω όλοι πανηγύριζαν και οι πολιτικοί ηγέτες της Αριστεράς έβγαζαν πύρινους λόγους.  

Τα γεγονότα της περιόδου των Αγανακτισμένων το καλοκαίρι του 2011 (δικαιολογημένα ή μη, δεν είναι το θέμα μας) - οι προπηλακισμοί των πολιτικών, η απόλυτη αμφισβήτηση και απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών και του δημοκρατικού πολιτεύματος, οι συνεχείς διαδηλώσεις με καταστροφές ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, η αδυναμία του κράτους να τους αντιμετωπίσει, αλλά και εν τέλει η αποτυχία του κινήματος των αγανακτισμένων να οργανωθούν και να αρθρώσουν μια εφαρμόσιμη πρόταση- έστρωσε το χαλί για την άρση των κοινωνικών δισταγμών απέναντι στη Χρυσή Αυγή. Σε αυτό βοήθησε και η εμφάνιση άλλων «δημοκρατικών» κομμάτων που είχαν ομοιότητες με το λόγο της Χρυσής Αυγής όσον αφορά στην απαίτηση για εθνική αναγέννηση, στη λεβεντιά της ελληνικής φυλής  και στην αμφισβήτηση της δημοκρατίας προσομοιάζοντάς την με χούντα, όπως το κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων, η Σπίθα και κάποιες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ. 

Πάνω από 600 περιστατικά πολιτικής βίας καταγράφηκαν από τα τέλη Ιουνίου 2011 έως τις εκλογές του Ιουνίου 2012. Η βία έγινε μέρος της καθημερινότητάς μας και νόμιμη λαϊκή αντίδραση.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι και στους τρείς σταθμούς ανάδυσης του φαινομένου της Χρυσής Αυγής (Μαρφίν, Κερατέα και Αγανακτισμένοι) πρωτοστάτησε η ακραία Αριστερά (συνιστώσες ΣΥΡΙΖΑ και αριστεριστές) δημιουργώντας τον ιδανικό βιότοπο για την εξάπλωση και καθιέρωση της Χρυσής Αυγής, ανοίγοντας κυριολεκτικά το δρόμο για την πολιτική της καθιέρωση. Όπως και δεν είναι τυχαίο πως αυτοί οι τρείς σταθμοί συν το 2008 θεωρούνται ταμπού από την Αριστερά.

Από κει και πέρα, στην μακρά προεκλογική περίοδο αλλά και αργότερα, δεν ήταν καθόλου λίγες οι φορές που οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και ο ΣΥΡΙΖΑ κατέβαιναν μαζί σε πορείες με τη Χ.Α., προσφέροντας της επιπλέον κοινωνική νομιμοποίηση, μια και ο εχθρός ήταν ένας και πρωτίστως το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

 Άλλωστε αυτό είχε συμβεί και στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης: Το KPD πεπεισμένο ότι το  SPD ήταν εχθρός, και επειδή συναγωνίζονταν τους ναζί για το ποιος θα κερδίσει την ίδια ομάδα των ανέργων, έφτασε στο σημείο να συνεργαστεί μαζί τους σε λευκή απεργία κατά του συστήματος συγκοινωνιών του Βερολίνου το Νοέμβριο του 1932.

Η βία πλέον της Χρυσής Αυγής είναι κοινωνικά νομιμοποιημένη καθώς δεν έκαναν κάτι διαφορετικό από ότι όλα τα άλλα «δημοκρατικά» λαϊκά κόμματα. Επιπλέον η Χ.Α. εμφανίζεται ως η άμεμπτη δύναμη. Μια και από όλους τους άλλους που έλεγαν και λένε τα ίδια, μόνο η Χ.Α. μπορεί να αρθρώσει τον αυθεντικό λόγο. Κάθε μέρα που περνάει η Χ.Α. εμφανίζεται όλο και πιο δελεαστική καθώς αποτελεί το ιδανικό μέσο για να αποτινάξουμε από πάνω μας τον «αφόρητο» πολιτισμό και τα όρια που επιβάλει αυτός. Το τέρας έχει ξυπνήσει και πάλι. 

Στην ερώτηση και τώρα τι κάνουμε, η απάντηση είναι ότι πρώτα αντιλαμβανόμαστε, και πρωτίστως τα κόμματα, τι συμβαίνει και που μας έχουν οδηγήσει οι μικροκομματικοί μανιχαϊστικοί διαχωρισμοί: κακοί μνημονιακοί και καλοί μνημονιακοί. Έπειτα αποφασίζουμε να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο αυτό όλοι μαζί. Όλοι οι δημοκράτες μαζί, βάζοντας στην άκρη τις κομματικές βλέψεις. Και αυτό είναι μια απόφαση που πρέπει να πάρει κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ. Διαφορετικά η φασιστική φωτιά, θα μας κάψει όλους.  

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Μια απάντηση


Στην πρώτη μορφή του κειμένου, η αρχή της τελευταίας παραγράφου είχε ως εξής «Από προσωπική εμπειρία από ανθρώπους που αποπειράθηκαν, αλλά και από το πώς νιώθω και εγώ μια και δυστυχώς ανήκω σε αυτή την κατηγορία των ανθρώπων, καταθέτω πως ποτέ δεν ήταν πιο πρόσφορο το έδαφος για έναν άνθρωπο με τάσεις αυτοκτονίας»

Στη συνέχεια αποφάσισα να διαγράψω τη  φράση: «αλλά και από το πώς νιώθω και εγώ μια και δυστυχώς ανήκω σε αυτή την κατηγορία των ανθρώπων», εκτιμώντας πως δεν ήταν σωστό να καταθέσω δημοσίως την προσωπική διάσταση του άρθρου.

Μετά όμως αυτό τον απίστευτο όγκο χυδαίων σχολίων που εισέπραξα (για άλλη μια φορά) τα οποία μάλιστα εκφράζονται με το περιτύλιγμα του δήθεν σεβασμού προς τους αυτόχειρες δεν έχω παρά να προσθέσω τη διαγραμμένη φράση.

Αφού λοιπόν τόσο κόπτονται για το δικαίωμα του αυτόχειρα και την αξιοπρέπειά του και θίγονται που αποκάλεσα την αυτοχειρία «βλακεία», ενώ αναρωτιούνται με ποιο δικαίωμα και ποιες γνώσεις μιλάω,  καταθέτω πως μιλάω ως αυτόχειρας και ξέρω από προσωπική εμπειρία πως νιώθει αυτή την περίοδο ένας άνθρωπος που έχει τάσεις αυτοκτονίας, που έχει την τάση δηλαδή να έρχεται πιο συχνά αντιμέτωπος με την ουσία της ύπαρξης του. Και ναι, όσο και αν δεν βολεύει κομματικά κάποιους,  η αυτοχειρία είναι βλακεία. Φυσικά και είναι βλακεία. Και ναι, μου πήρε πολλά χρόνια να το πω, κι ακόμα περισσότερα να το παραδεχθώ.  Και το χρώσταγα στην μάνα μου και σ’ όλους τους ανθρώπους που κάποτε πλήγωσα.  Όσοι το έχουν πράξει, και ευτυχώς  απέτυχαν, ξέρουν καλά τι λέω. Και οι άλλοι... δεν μπορούν δυστυχώς να μιλήσουν πια.

Όσο για τους θιασώτες της αυτοκτονίας,  θα ήταν καλό να γνωρίζουν  πως η αυτοκτονία δεν είναι ούτε κοινωνικό γεγονός ούτε στατιστικό δεδομένο πολιτικά και επικοινωνιακά εκμεταλλεύσιμο. Η στιγμή αυτή που παγιδευμένος στη δίνη του μυαλού σου, παίρνεις την απόφαση να δώσεις τέλος στο πολυτιμότερο σου αγαθό: τη ζωή σου. Η στιγμή εκείνη που έρχεσαι αντιμέτωπος με την ύπαρξή σου.  Όλη η ζωή σου περνάει από μπροστά σου. Οι άνθρωποι που αγάπησες και σ’ αγαπήσανε, όσα έκανες κι όσο θέλησες να κάνεις, τα όνειρά σου, οι επιθυμίες σου, οι επιτυχίες κι αποτυχίες σου .. και τη στιγμή αυτή όλα μοιάζουν μάταια κι άχρηστα. Ο καθρέφτης της ψυχής σου θολώνει και σε παραμορφώνει.  Κι αν, μόνο αν τη στιγμή εκείνη μπορούσες να ακούσεις τη φωνή αυτή:  μην φεύγεις ρε, σε χρειαζόμαστε…  γιατί αξίζει,. αξίζεις για μένα. … όλα θα ήταν διαφορετικά.

Αυτή είναι η φωνή που πρέπει να ακουστεί και καμία άλλη. 
  

Περί αυτοκτονιών

O Πάουλ Βολφσκελ βρέθηκε σε τέτοια κατάσταση απελπισίας που αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Σχεδίασε το θάνατό του μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια και  καθόρισε την ακριβή ημερομηνία και ώρα της αυτοκτονίας του-  σκόπευε να αυτοπυροβοληθεί στο κεφάλι, ακριβώς τα μεσάνυχτα. Ο Βόλφσκελ ταχτοποίησε τα πάντα λίγο πριν εκπνεύσει η προθεσμία – επιστολές προς συγγενείς και φίλους και άλλες εκκρεμότητες. Περιμένοντας να  φτάσουν τα μεσάνυχτα άρχισε να ξεφυλλίζει κάποια βιβλία στη βιβλιοθήκη του. Λίγο μετά, βρέθηκε να φυλλομετρά δημοσιεύσεις σχετικά με το θεώρημα του Φερμά. O Βόλφσκελ απορροφήθηκε από τη μελέτη του θεωρήματος και βάλθηκε να διερευνά ένα ανεπαρκές τμήμα της απόδειξής του.  Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως η προκαθορισμένη ώρα για την αυτοκτονία είχε περάσει ενώ μάλιστα ένιωσε περήφανος με τον εαυτό του για τους συλλογισμούς του σχετικά με το θεώρημα. Η απελπισία και η λύπη του είχαν εξανεμιστεί. Έσκισε τις επιστολές και έζησε μέχρι τα βαθιά γεράματα.

***
Αυτή είναι μια «μικρή» ιστορία που έτυχε να γίνει μέρος της «μεγάλης» Ιστορίας χάρη στον συγγραφέα που κατέγραψε τη διαδρομή του θεωρήματος του Φερμά.

Τέτοιες «μικρές» ιστορίες όμως από παρ’ολίγον αυτόχειρες, που μια τυχαία και ασήμαντη αφορμή αλλάζει το πρίσμα θέασης του εαυτού κι επιλέγουν τη ζωή αντί του θανάτου, δεν είναι διόλου λίγες. Όπως δεν είναι λίγες οι ιστορίες των ανεπιτυχώς αυτοχείρων που αφού διεσώθησαν, αντιλήφθηκαν  τη ματαιότητα της πράξης τους και το λαμπρό της ύπαρξής τους.

Αυτές όμως οι ιστορίες δεν βλέπουν πότε το φως της δημοσιότητας μια και ούτε εντοπίζονται αλλά ούτε και «πουλάνε». Κι αν καμιά φορά ένας «διάσημος» αποκαλύψει ότι υπήρξε αυτόχειρας ή ότι είχε σκεφτεί να προβεί στο απονεννοημένο, αντιμετωπίζεται από τα ελληνικά media με μεγάλο θαυμασμό, λες και θα έκανε κάτι σπουδαίο, δίχως να δίνεται ούτε μια αράδα στο αίτιο ή την αφορμή που του άλλαξε τη γνώμη και του έσωσε τη ζωή.

Ας εξετάσουμε τρείς διαδεδομένες ελληνικές παραδοχές περί αυτοκτονιών:

1. «Θόλωσε από την απελπισία και αυτοκτόνησε»

Λάθος. Αν το συμβάν που στέκει ως αφορμή για την αποτροπή της αυτοχειρίας μπορεί να είναι στιγμιαίο, η απόφαση για το απονενοημένο δεν λαμβάνεται ποτέ στιγμιαία. Είναι πάντα αποτέλεσμα πολλών χρόνων εκκόλαψης. Με απλά λόγια, ο άνθρωπος που τελικά προβαίνει σε αυτή την ενέργεια, επί πολλά χρόνια το προετοιμάζει ή έστω το έχει ως ενδεχόμενο, ως επιλογή, ως λύση αν κάτι δεν πάει καλά στη ζωή του.Αυτό ακριβώς αποκαλείται «τάσεις αυτοκτονίας» και η ψυχολογία έχει πολλά να πει για το θέμα. Οι «τάσεις αυτοκτονίας» μπορεί να είναι καθαρή πάθηση του μυαλού, που συνοδεύεται από κατάθλιψη, διπολισμό, κτλ. Τα αίτια δηλαδή είναι παθολογικά και μόνο η αφορμή ενδέχεται να είναι κοινωνική (πχ απομόνωση) ή συγκυριακή (πχ οικονομικά  προβλήματα). Μπορεί όμως και να είναι απλώς μιμητισμός εξιδανικευμένων προσωπικοτήτων- πραγματικών ή μυθοπλαστικών.  Δηλαδή «μόδα».

Η λογοτεχνία άλλωστε συμπεριλαμβάνεται διαχρονικά στα βασικά αίτια αυτοκτονίας, εξ ου και το περίφημο «σύνδρομο του Βέρθερου» καθώς όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο δεκάδες νέοι και νέες ακολούθησαν τον δρόμο του Βέρθερου . Αντίστοιχα κύματα αυτοκτονιών προκάλεσαν κι άλλοι ήρωες της λογοτεχνίας (πχ Αννα Καρένινα) αλλά ακόμα και η περίφημη ελληνική ταινία «ο Μιμίκος και η Μαίρη» ή οι αυτοκτονίες superstars.

2. «Αυτός που λέει πως θα αυτοκτονήσει δεν το κάνει ποτέ»

Λάθος. Η αυτοχειρία είναι μια κραυγή. Κανένας αυτόχειρας δεν αντιλαμβάνεται πως μετά την πράξη δεν υπάρχει τίποτα. «Βλέπουν» σκηνές από την μετά την απονεννοημένη πράξη ζωή τους - τους ανθρώπους που τους πόνεσαν να νιώθουν τύχεις, τους ανθρώπους που αγάπησαν να τους αναζητούν, τα προβλήματα όλα να λύνονται, κτλ. Και ακόμα πιο συχνά θεωρούν πως κάτι μαγικό θα γίνει στο τέλος και θα σωθούν ενώ θα έχουν στείλει το απαραίτητο μήνυμα.

Συνεπώς είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο μελλοντικός αυτόχειρας με κάποιο τρόπο θα εξωτερικεύσει τις προσθέσεις του ζητώντας εμμέσως βοήθεια, διεκδικώντας το ενδιαφέρον που στερείται, αλλά ακόμα και εν είδει μεταφυσικού εκβιασμού.  Μεταξύ των ψυχαναλυτών είναι γνωστό πως όταν κάποιος ασθενής εκφράσει πρόθεση αυτοχειρίας πρέπει να παραπέμπεται πάραυτα στον ειδικό ιατρό που θα αναλάβει τον ίδιο και την οικογένεια του και θα τον  φέρει σε επαφή με ειδική ομάδα υποστήριξης.  Και καθώς οι τάσεις αυτοκτονίας εκδηλώνονται από την εφηβική ηλικία ο καθηγητής πρέπει να έχει τις γνώσεις ώστε να εντοπίζει τον πιθανά μελλοντικό αυτόχειρα και να ενημερώνει γονείς και αρμόδιους. Αλλά αυτά δεν συμβαίνουν στην Ελλάδα και ισχύει το εγκληματικό σόφισμα: όποιος λέει πως θέλει να αυτοκτονήσει δεν αυτοκτονεί ποτέ.  

3. «Στην Ελλάδα οι αυτοκτονίες έχουν πολλαπλασιαστεί»

Ίσως και ναι, ίσως και όχι. Αυτοκτονία δεν είναι μόνο η «επιτυχημένη». Αυτόχειρας είναι και αυτός που προσπάθησε και ευτυχώς δεν τα κατάφερε. Κι αν υποθέσουμε πως έχουμε τα στοιχεία για τις αυτοκτονίες όλων των προηγούμενων ετών (κάτι που αμφισβητείται έντονα) σίγουρα δεν έχουμε κανένα στοιχείο για τις ανεπιτυχείς απόπειρες, ούτε για τις προθέσεις. Και στο αφελές ερώτημα «μα το γεγονός ότι οι επιτυχημένες αυτοκτονίες είναι περισσότερες δεν αρκεί;» η απάντηση είναι δραματικά αρνητική. Διότι ακόμα και το γεγονός της επιτυχίας μιας αυτοκτονίας συναρτάται με την κοινωνική αποδοχή ή μη της πράξης, την έλλειψη υποστηρικτικών δομών, τη διάσπαση του κοινωνικού ιστού και άρα την μοναξιά του δρώντα. Όταν η αυτοχειρία αναγνωρίζεται δημοσίως ως άθλος είναι βέβαιο πως οι πιθανοί αυτόχειρες θα προχωρήσουν στο διάβημα με μεγαλύτερη ευκολία.  Όταν οι δομές υποστήριξης δεν λειτουργούν και πιο συχνά ακούει κάποιος ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για την πράξη και ύμνους για τον αυτόχειρα απ’ ότι πληροφορίες για το τι πρέπει να κάνει αν έλκεται από την ιδέα αυτή, οι αυτοκτονίες αυξάνουν. Όταν η μοναξιά θεριεύει και η κραυγή για βοήθεια αντιμετωπίζεται με αδιαφορία ενώ το μέλλον περιγράφεται μόνο ως ζοφερό, ο δυνητικός αυτόχειρας θα πάρει το ρίσκο.  

***
Την τελευταία περίοδο στην Ελλάδα είμαστε μάρτυρες μιας τρομακτικής δημοσιότητας των αυτόχειρων. Πρόκειται για μια δημοσιότητα που φλερτάρει με τα όρια της νομιμότητας, μια και στα κανονικά κράτη απαγορεύεται δια νόμου. Και απαγορεύεται για τον απλό λόγο ότι η αυτοκτονία ως κάθε πράξη απαγορευμένη πράξη είναι ελκυστική και ο μιμητισμός είναι όχι μόνο πιθανός, αλλά και καταγεγραμμένος. Αλλά εδω, τα πέντε λεπτά δημοσιότητας παρέχονται αφειδώς μετά θάνατον!

Η κατάσταση έχει ξεφύγει κι άλλο μια και παρακολουθούμε μια άνευ προηγουμένου κομματική εκμετάλλευση των αυτοκτονιών. Έχουμε φτάσει στο προκλητικό σημείο  πολιτικά κόμματα να ασκούν αντιπολίτευση και να κατηγορούν άλλα κόμματα για τις αυτοκτονίες και να τις χαρακτηρίζουν φυσική συνέπεια των μέτρων λιτότητας, κι όλα αυτά μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο!

Από τη στιγμή που ο αυτόχειρας ονομάζεται «μάρτυρας» που «θυσιάζεται για το καλό των άλλων» (φράση της κ. Σακοράφα την επομένη της αυτοκτονίας του συνταξιούχου  φαρμακοποιού) η πράξη εξιδανικεύεται και επομένως «οπλίζεται το χέρι» κάθε άνθρωπου με τάσεις αυτοκτονίας.

Αυτό άλλωστε δεν κάνει και η Τζιχάντ, αυτό δεν έκαναν και οι καμικάζι; Όλη η ψυχολογική προετοιμασία βασίζεται στη λογική της θυσίας για το καλό των άλλων.

Κανείς πολιτικός δεν δικαιούται να μην γνωρίζει τα παραπάνω. Κι από τη στιγμή που τα γνωρίζει και συνεχίζει, τότε δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί εγκληματίας.

***

Από προσωπική εμπειρία από ανθρώπους που αποπειράθηκαν, καταθέτω πως ποτέ δεν ήταν πιο πρόσφορο το έδαφος για έναν άνθρωπο με τάσεις αυτοκτονίας. Και η  έκκληση είναι προσωπική προς κόμματα και media:  για όνομα του Θεού, σταματήστε τη σπέκουλα με τους ανθρώπους που έχουν τάσεις αυτοκτονίας. Μέλημα όλων μας να είναι μόνο η αποτροπή του κάθε πιθανού αυτόχειρα και η απαξίωση της πράξης αυτής. Να συγκεντρώσουμε όλες μας τις προσπάθειες στο να μην προβεί κανείς σε αυτή την απολύτως ανόητη πράξη που δεν έχει επιστροφή. Η αυτοκτονία δεν είναι θυσία• είναι απλά βλακεία που κάποιοι την εκμεταλλεύονται κομματικά.

Σε τελική ανάλυση, αν δεν το καταλαβαίνουν από μόνοι τους, ας λειτουργήσει η δικαιοσύνη επιτέλους. Ας μας προστατεύσει κάποιος από τις σειρήνες.

*Το κείμενο αυτό το έγραψα ύστερα από την έντονη προτροπή της Λίνας Παπαδάκη μετά από μια συζήτηση για το θέμα των αυτοκτονιών που εξελίχθηκε σε εξομολόγηση ένα ζεστό βράδυ του Ιουλίου.